Sunday, February 19, 2017

Πρόγονοι - 5 Η Μαγδαληνή

Η θεία Μαγδαληνή ήταν η σκοτεινή φιγούρα της οικογένειας του Παναγιώτη. Σκούρο και σκοτεινό το βλέμμα της σαν τα κορακίσια μαλλιά και τα μαύρα μάτια, χτίζανε τη μυστήρια ομορφιά της στην οικογενειακή φωτογραφία της δεκαετίας του 1930. Φαίνεται ότι ακολούθησε εξίσου σκοτεινά και απόκρυφα μονοπάτια, λίγες οικογενειακές μαρτυρίες να φωτίζουν τις στροφές τους. Γκρίζα παραμένει η ιστορία της σύντομης ζωής της, μαύρο και άδικο το τέλος της: η Μαγδαληνή Ι.-Ευσταθίου, έζησε μια χαραμισμένη ζωή με τα ζύγια του σήμερα για τις ανθρώπινες ζωές. Έφυγε νωρίς από το πατρικό που μοιραζόταν με την προγιαγιά, τον Σωκράτη και τον Λεωνίδα, παντρεύτηκε και  χώρισε τον άντρα της πριν την Κατοχή, ίσως για πολιτικούς λόγους, ίσως από κάποια εξ άνωθεν βία, ίσως ως θυσία στις ανάγκες κάποιου υψηλότερου σκοπού. Δεν άφησε παιδιά. Ξέμεινε Μαγδαληνή Ευσταθίου ανάμεσα σε μια χούφτα συντρόφους να συμμετέχει ενεργά στην αντίσταση και τον εμφύλιο, αλλά από τη μεριά των χαμένων. Κι εκτελέστηκε πίσω από το Γεντί Κουλέ, εκεί που εκτελούσαν κομμουνιστές στο κορύφωμα του Εμφύλιου μίσους, κάποια αυγή του 1947. Η ακριβής ημερομηνία εκτέλεσης απροσδιόριστη, ο θάνατος της δεν καταγράφηκε, της Μαγδαληνής και άλλων μαζί της. Διότι ήταν μια ακόμα εκτέλεση από τις αθρόες, δεκάδων ανώνυμων και επώνυμων, μέχρι την ολοκληρωτική και τελειωτική όσο και ταπεινωτική ήττα ενός φρούδου πολέμου για ένα φρούδο ιδανικό: για το τίποτε.

Τη Μαγδαληνή την συνέλαβαν το 1946. Ο Πατέρας λέει ότι έκρυβε με την αδερφή της κι άλλους συντρόφους της στελέχη του ΚΚΕ σε κάποια γιάφκα της Γαριβάλδη σε ένα από τα χαμόσπιτα τα κρυμμένο πίσω από το ανάχωμα του ρέματος της Τούμπας. Κατά την αργκό του κόμματος και του εμφύλιου ενεργούσε ως «σύνδεσμος» ανάμεσα στην ηγεσία και τη βάση, την καθοδήγηση και το πεδίο δράσης και τον αγώνα. Την συνέλαβαν μαζί με το κουνιάδο της και την αδερφή την Καλλιόπη. Καταδικάστηκε από το «Γ’ Ειδικόν Στρατοδικείον Θεσσαλονίκης» εις θάνατον· η θεία Καλλιόπη καταδικάστηκε σε ισόβια και τελικά γύρισε στο σπίτι και τα παιδιά της, ο Γιώργος ο Παπάζογλου αθωώθηκε. Αν το αδίκημα της: «σύνδεσμος» εκείνα το χρόνια του φανατισμού, της εκδικητικότητας, του τυφλού μίσους και της μισαλλοδοξίας, δικαιολογούσε καταδίκη σε θάνατο ή αν υπήρχε κάτι άλλο πιο βαρύ στη μέση ή συνέτρεξαν και άλλοι λόγοι, προσωπικοί και συναισθηματικοί ή κάποια συκοφαντία δεν θα το μάθουμε. Τα πρακτικά της δίκης δεν καταγράφηκαν ή, αν υπήρξε φάκελος της δικογραφίας, χάθηκε σαπισμένος σε κάποιο υπόγειο της ασφάλειας. Το περίφημο «Γ’ Ψήφισμα», που οδήγησε στο θάνατο πολλούς κομμουνιστές και συνεργαζόμενους, είχε απεριόριστο εύρος, πρόσφερε ελαστικότητα στην υποκειμενική ερμηνεία από τον κάθε λιγότερο ή περισσότερο ζηλωτή. Απελευθέρωνε τη βούληση και την πυγμή στρατιωτικών επιτρόπων και δικαστών με τη γενικολογία και ασάφειά του: τιμωρείται με θάνατο «όστις θέλων να αποσπάση εν μέρος της επικράτειας, ή να ευκολύνη τα προς τούτο το τέλος τείνοντα σχέδια, συνώμοσεν ή διήγειρε στάσιν ή συνεννοήθη με ξένους ή κατήρτησεν ενóπλους ομάδας, ή ελαβε μετοχήν εις τοιαύτας προδοτικάς ενώσεις».

Ο Πατέρας, παιδί ακόμα και υπεράνω κάθε υποψίας, της πήγαινε φαγητό σε κάποιο υπόγειο του Διοικητηρίου όπου αρχικά την κρατούσαν φυλακισμένη. Εκεί και τότε έπαψαν οι αναφορές πέρα από τα λιγοστά θραύσματα μνήμης που είχαν ξεμείνει και χάθηκαν τα ίχνη μιας ακόμα ζωντανής Μαγδαληνής, μαζί με τα τελευταία νήματα που την έδεναν με την οικογένειά. Πουθενά στο ίντερνετ, πουθενά στην μπλογκόσφαιρα, πουθενά σε βιβλία και αρχεία εφημερίδων της εποχής, σε πανεπιστημιακές διατριβές, όσο εξαντλητικά κι αν το έψαξα, με όσα συμφραζόμενα και λέξεις κλειδιά και να σκαρφίστηκα (εμφύλιος, εκτελέσεις, γυναίκες, Επταπύργιο, κομμουνιστές, ΟΠΛΑ, Στενή Αυτοάμυνα, κτλ. κτλ.), μέσα από τα διάφορα ιστορικά μονοπάτια και απόψεις – και αφιέρωσα ατέλειωτες ώρες- δεν απάντησα το όνομά  της Μαγδαληνής Ευσταθίου.

Αναρωτιόμουν: γιατί και πως έγινε αυτό που έγινε; Ποιο ήταν το έγκλημα διέπραξε που να δικαιολογούσε, χωρίς αμφιβολίες στο νου του επιτρόπου και των δικαστών μια θανατική ποινή και μια βιαστική εκτέλεση με συνοπτικές διαδικασίες; Ήταν τόσο έντονες οι αντικομουνιστικές προκαταλήψεις και τα συναισθήματα της εποχής που θόλωναν την σκέψη και την αιτιολόγηση μιας τέτοιας πράξης; Πως είναι δυνατό μια τέτοια καταδίκη κι ένας θάνατος να μην αναφέρεται, να μην δικαιολογείται επαρκώς, έστω και για τον τύπο και τα κουρασμένα μάτια ενός μπουχτισμένου κοσμάκη, να μην είναι καταγραμμένος πουθενά; Πως αντέδρασε η Μαγδαληνή στην ποινή της και τι ένιωσε, τι να της πέρασε από το μυαλό εκείνη τη στιγμή; Έκλαψε, μετάνιωσε ή στάθηκε ακλόνητη και αγέρωχη; Τι κουβέντιασε με τους συντρόφους τους τις μέρες πριν την εκτέλεση; Είχε, της δόθηκε από κανένα η ευκαιρία να «ανανήψει» και να αποφύγει το θάνατο, να συνεχίσει τη ζωή της, με τα όσα κουτσά-στραβά θα ακολουθούσαν; Γιατί δεν υπέγραψε τη δήλωση μετάνοιας που θα την έσωζε; Τι αισθήματα και σκέψεις την κυρίευσαν πριν την εκτέλεση σε κάποιο κελί μελλοθανάτων στο Γεντί Κουλέ ή αλλού; Ποια ήταν τα τελευταία λόγια της; Έλπιζε για κάποια χάρη και κάποια νίκη του δίκιου μέχρι τις τελευταίες στιγμές; Οι στρατιώτες του αποσπάσματος τη σημάδεψαν; Όλοι; Που ακριβώς θάφτηκε το νεκρό κορμί της; Ενημερώθηκε κανείς από την οικογένεια; Ενδιαφέρθηκε κανείς ή όλοι ζώστηκαν από τα φίδια του τρόμου;

Κανείς δεν ξέρει, κανείς ποτέ δεν θα το μάθει. Δεν αναφέρθηκε πουθενά, σε καμιά υποσημείωση της ιστορίας της Πόλης, του κόμματος, της γειτονιάς, της οικογένειας. Σβησμένη και χαμένη η μνήμη της από την κάθε γωνιά και περιθώριο των τραγικών γεγονότων της εποχής. Θα την παράχωσαν σε κάποιο ανώνυμο τάφο πίσω από το Επταπύργιο, σε ένα από τα αυτοσχέδια, «αόρατα» νεκροταφεία που συλήθηκαν μετά τον πόλεμο. Έφυγε παγωμένη, ξεχασμένη από τον άντρα της και την οικογένειά της, σκοτεινή. Το βαθύ και αξιοπρεπές βλέμμα της οικογενειακής φωτογραφίας έκρυβε ανείπωτο θάρρος και θέληση και πείσμα. Από εκείνη τη φωτογραφία σε γνώρισα μόνο, Μαγδαληνή. Αν και ομοϊδεάτης σου στα νιάτα μου, συνεπαρμένος από το όραμα της επανάστασης των κολασμένων αυτού του κόσμου, που δάκρυζα στο άκουσμα του «Επέσατε θύματα, αδέρφια, εσείς…», κατάλαβα γρήγορα ότι εκείνη η θυσία σου δεν άξιζε τον κόπο. Και με κυρίευσε η λύπη για το χαμό τον δικό σου και των συντρόφων σου.  

Ανέβηκα στο Γεντί-Κουλέ μέσα από τα καλντερίμια της Πάνω Πόλης αρκετές φορές, μόνος και με παρέα. Διηγήθηκα την ιστορία σου σε όποιον είχα δίπλα μου. Περπάτησα στους θαλάμους των κρατητηρίων, στο Πειθαρχείο, στις αυλές. Τριγύρισα πίσω από τους τοίχους της φυλακής, κατά κει που εκτελούσαν κομμουνιστές κι άλλους ανθρώπους. Γρασίδι, αγριόχορτα, μερικά σκόρπια δέντρα και προβολείς που αναδεικνύουν τους τοίχους της θλιβερής φυλακής για τουρίστες και περαστικούς, σπίτια, πολλά σπίτια, ο δρόμος, το σχολείο που κτίστηκε πάνω σε ένα από τα νεκροταφεία των εκτελεσμένων, η εκκλησία του Αγ. Παύλου, το πευκόδασος παραπέρα. Τίποτε δεν θύμιζε τη φρίκη και τις τραγωδίες που ξετυλίχτηκαν λίγο παρακάτω.

Sunday, February 5, 2017

Πρόγονοι - 4 Ο Σωκράτης

Ο θείος Σωκράτης στα νιάτα του δούλεψε σαν καπνεργάτης. Δεν αρκέστηκε, όμως, στα γράμματα που του έμαθαν στο σχολείο, το δημοτικό, που κι αυτό άγνωστο αν έβγαλε ή δεν έβγαλε. Τα αναβάθμισε σε πραγματική μόρφωση με αυτοδιδαχή και ζήλο και κοινωνική συμμετοχή. Και αυτό παρά τη βαριά δουλειά- τη σκληράδα της δουλειάς σε καπνεργοστάσιο της προπολεμικής Θεσσαλονίκης, που ο νους κάποιου δημόσιου υπάλληλου μικροαστού με δυσκολία αντιλαμβάνεται, και παρά το χτικιό που τον βασάνιζε και τις συχνές επισκέψεις στο Σανατόριο στο Ασβεστοχώρι που ακολούθησαν. Ένας φυματικός καπνεργάτης, ένα μηδενικό καπνισμένο, ένα «τίποτε» θα μπορούσε να πει κάποιος, που όπως θα γεννιόταν, έτσι και θα εξαφανιζόταν: χωρίς στίγμα, χωρίς ίχνος.  Ίσως μέσα από τη δουλειά στο εργοστάσιο, ίσως από τις συναναστροφές και τις ζυμώσεις ιδεών στα καπηλειά της φτωχογειτονιάς, ίσως από τις μεγαλύτερες αδερφές του, την Καλλιόπη και τη Μαγδαληνή, άνοιξε τα μάτια του στο αριστερό κίνημα της πόλης, που προπολεμικά και στη διάρκεια της Κατοχής αγκάλιασε τις εργατικές συνοικίες και προσφυγικές φτωχογειτονιές της πόλης· άνοιξε το μυαλό του στις κοσμοθεωρίες του κομμουνισμού, μιας μελλοντικής κοινωνίας που, ως τότε τουλάχιστον, διαγραφόταν λαμπρότερη και δικαιότερη: το ανώτερο και απώτερο μέλλον του κόσμου. Έτσι λέγανε οι θεωρητικοί της εργατικής επανάστασης τότε. Κάπως σαν στους στίχους του Μαγιακόβσκι: «Του Marx τον κάθε τόμο ανοίγαμε, // όπως ανοίγουμε τις γρίλιες του σπιτιού, // μα και χωρίς διαβάσματα εμείς το ξεδιαλύναμε // σε ποια παράταξη να πάμε και να καταταχθούμε που».

Έγινε κομμουνιστής ο Σωκράτης.  Έγινε μέλος αυτού που ο Gramsci αποκαλεί «οργανική διανόηση», συνεκτικός ιστός της τάξης στην οποία απ’ εξαρχής ανήκε, τάξης πολυπληθούς και σχετικά συμπαγούς στη Θεσσαλονίκη της εποχής· το σκεπτόμενο και οργανωτικό στοιχείο που μεταφέρει στην τάξη του, στους συντρόφους στα εργοστάσια, στα καφενεία και τη ζωή, την επίγνωση και συνείδηση, που ο ίδιος βήμα-βήμα στη ζωή αποκτούσε. Σε αυτό το διανοητικό άλμα θα συνετέλεσε και η πρώτη του γυναίκα, η Άννα το γένος Παπαχρήστου, των ιδιοκτητών ενός από τα παλιά βιβλιοπωλεία της προπολεμικής Θεσσαλονίκης, στη γωνιά της Εγνατίας και της οδού Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Μόνο την ταμπέλα «Έτος Ιδρύσεως 1922 - ΒΙΒΛΙΟΧΑΡΤΟΠΩΛΕΙΟΝ ΧΡΗΣΤ. ΣΤ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ» πήρε το μάτι μου στα φοιτητικά μου χρόνια, κρυμμένη κάτω από το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου της πολυκατοικίας, πάνω από τα στόρια με δεκάδες επιστρώσεις αφισών. Εκεί στο βιβλιοπωλείο του πεθερού του, μια μικρή κυψέλη ιδεών, γνώσης και μόρφωσης, για δεκαετίες ξεφύλλιζε ο Σωκράτης, ο απόφοιτος δημοτικού, τα περιοδικά και βιβλία που αγάπησε. Το Γενάρη του 2017 που πέρασα από την ίδια γωνιά, στη θέση του βιβλιοπωλείου φιγουράριζε ένα ακόμα από αυτά τα αλλόκοτα κέντρα εστίασης ή ζαχαροπλαστικής που ξεφύτρωσαν παντού στην Ελλάδα της κρίσης και των μνημονίων, σημάδι των μοντέρνων καιρών και της εξέλιξης των τάσεων και γούστων ή της έλλειψης φαντασίας της μεταπολιτευτικής σαλονικιώτικης κοινωνίας .

Ο Σωκράτης, εκτός από το ανοιχτό μυαλό και την ιδεολογική δίψα του, ήταν, και μάλιστα με εμφανή διαφορά, ο ομορφότερος και κομψότερος άντρας της οικογένειας των Ι.: ψηλός με μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια, βαθύ βλέμμα, πλατύ, περήφανο μέτωπο. Φρεσκοξυρισμένος πάντα, χωρίς το στενό τραπεζοειδές μουστάκι κάτω από τη μύτη, που οι αδερφοί και κουνιάδο του, ο Ηλίας, ο Λεωνίδας και ο Γιώργος ο Παπάζογλου φιγουράριζαν. (Σύμβολο κύρους, ωριμότητας, διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, ποιος ξέρει;) Για καπνεργάτης δεν έμοιαζε και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα είχε δυσκολία να προσελκύσει τα βλέμματα και τη θέληση γυναικών, τις λιγοστές ώρες έξω από την ασφυξία των εργοστασίων. Και γυναίκες από καλές οικογένειες και με προίκα μάλιστα, αν και ο ίδιος in principium παρακατιανός, ένας εργάτης. Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα αλλοπρόσαλλο, διαρκώς κινούμενο μίγμα εθνοτήτων, προσφύγων και ντόπιων, αστών και προλετάριων, διανοούμενων και αγράμματων χαμάληδων και χειρώνακτων, που μοιράζονταν τις ίδιες παραλίες, τις ίδιες πλατείες, και συχνά κατοικούσαν σε παραδίπλα γειτονιές. Η ομορφιά και τα νιάτα του, το αγέρωχο ως κι αλαζονικό βλέμμα του, το ανοιχτό μυαλό και ριζοσπαστικές ιδέες του, ίσως και οι τρόποι και οι συναναστροφές του, θα δρούσαν ως κοινωνικά αντίβαρα απέναντι στη χαμοδουλειάς στο καπνεργοστάσιο και τη φυματίωση.  

Μέχρι που ήρθε η Κατοχή κι έφερε τα πάνω-κάτω. Στην πατρική κληρονομιά, το διώροφο της περιοχής Φλέμινγκ, έμεναν η οικογένεια του παππού του Λεωνίδα και της γιαγιάς της Ευδοξίας, με τον Πατέρα πιτσιρίκι, το νεογέννητο αδερφό του, και το θείο το Σωκράτη. Η γριά Κατίνα τους είχε αφήσει χρόνια, η Μαγδαληνή είχε παντρευτεί και φύγει. Όταν πια η φυματίωση κατέβαλε τον Σωκράτη, ο απλός και ηθικά ακέραιος παππούς μου, συνεπής στην οικογενειακή παράδοση μιας άνευ όρων και χωρίς πολλή σκέψη και ολιγωρία συμπαράσταση στον αδερφό του, πιστός τους δεσμούς μιας οικογένειας που στάθηκε ως ένα από το Μελένικο, τότε, στο αποκορύφωμα της πείνας και της φτώχιας του 1942 πούλησε το σπίτι σε έναν αρπαχτικό μαυραγορίτη, με μια λέξη έναν παλιάνθρωπο, λεγόμενο Δημόκα, για να εξασφαλίσει στο Σωκράτη τη στοιχειώδη περίθαλψη, τους γιατρούς και τα φάρμακα που χρειαζόταν. Εκείνη τη χρονιά της καθολικής δυστυχίας, ο Σωκράτης έφυγε για το σανατόριο στο Ασβεστοχώρι, για να αποκαταστήσει την υγεία και να σώσει τη ζωή του: μονόδρομος για φυματικούς. Ο Λεωνίδας κι η οικογένεια του μετακόμισαν στο στενάχωρο σπιτάκι της Τούμπας με το ενάμιση δωμάτιο. Θα μάτωσε η καρδιά τους, αλλά τι να γινόταν;

 Έκτοτε, ο Σωκράτης βυθίστηκε σιγά-σιγά στις σκιές της μνήμης του Πατέρα. Στις αναφορές στο θείο του πάντα διαισθανόμουν ότι η προσωπικότητα του, η αντρίκια και στιβαρή φιγούρα του εργάτη, σαν αυτές που βλέπαμε σε πρωτομαγιάτικες αφίσες της ΕΣΣΔ ή πίνακες σοσιαλιστικού ρεαλισμού, με τη στοιχειώδη εκπαίδευση του δημοτικού σχολείου, αλλά την κομψότητα, το ύφος και την αρχοντιά μεγαλοαστού, που ενστερνίστηκε και υπερασπίστηκε απόψεις, ιδέες και θεωρίες -από ματεριαλιστικούς ή συναισθηματικούς λόγους και που, σωστές ή λάθος, ξεπερνούσαν κατά παρασάγγες τα όρια της οικογένειας των Ι., των τόπων δουλειάς, της πόλης και της ζωής της. Αυτή η προσωπικότητα, λοιπόν, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό, περισσότερο κι από τον ίδιο τον παππού τον Λεωνίδα, αλλά και τον άλλο οικογενειακό πυλώνα, τον Ηλία, την πολιτική σκέψη και στάση του Πατέρα. «Ο κάθε άνθρωπος είναι φιλόσοφος», κι ο Σωκράτης του έδειξε έναν δρόμο, ανάμεσα στους πολλούς που θα μπορούσε να ακολουθήσει, από τα βιβλία που θα διάλεγε νέος να διαβάσει, μέχρις την πολιτική σκοπιά και στάση και που θα κατάθετε την ψήφο του στις έντονα πολιτικοποιημένες εποχές μετά τον την Κατοχή και τον Εμφύλιο, τη διεφθαρμένη και άγαρμπη ανοικοδόμηση, το ψυχροπολεμικό βάρος. Κατ’ επέκταση επηρέασε και τη δική μου φιλοσοφία, ιδεολογία, πολλούς και διάφορους πολιτικούς συνειρμούς, όπου, ομολογουμένως, το συναισθηματικό (υποκειμενικό) στοιχείο πολλές φορές θολώνει την (αντικειμενική) πραγματικότητα, παραπλανάει μέσα σε ένα χάος συγκρουόμενων απόψεων από μια λογική, ψύχραιμη ανάλυση, μας μπλέκει σε πείσματα, δόγματα, κυκεώνες και αδιέξοδα, αδυναμία να κατανοήσουμε κι αφομοιώσουμε τις κοινωνικές εξελίξεις.

Ο Σωκράτης στην Κατοχή και στα χρόνια του Εμφύλιου, λοιπόν, αποθεραπευμένος από το σανατόριο του Ασβεστοχωρίου, αλλά έκτοτε αδύναμος και ασθενικός, κατέφυγε, κινούμενος όσο υπόγεια γινόταν, στις κρυφές γωνιές της Θεσσαλονίκης και τις γιάφκες του κόμματος. Είχε πολλές αλλά ανεξακρίβωτες διασυνδέσεις με τον ΕΛΑΣ, τον ΔΣΕ και βέβαια το κόμμα. Όλα ήταν και παρέμεναν μυστικά τότε. Εμφανίστηκε στο προσκήνιο της εμφυλιοπολεμικής Θεσσαλονίκης με την υπόθεση της δολοφονίας του Αμερικάνου δημοσιογράφου George Polk που το Μάη του 1948, στον διεθνή απόηχο των αθρόων εκτελέσεων κομμουνιστών, είχε έρθει στη Θεσσαλονίκη για να  βρει κάποιον σύνδεσμο που θα τον οδηγούσε στον Μάρκο και την ηγεσία του ΔΣΕ στο βουνό, για να δει τι γίνεται και που το πάνε. Δολοφονήθηκε, όμως, και το πτώμα του ξεβράστηκε στο λιμάνι της πόλης. Πολλές ενδείξεις έδειχναν τον πράκτορα της Intelligence Service στη Θεσσαλονίκη που εξαφανίστηκε μετά τη δολοφονία, ότι ο φόνος ήταν δάκτυλος Εγγλέζων, παρακινούμενων από τις μεταπολεμικές ενδο-ιμπεριαλιστικές προστριβές με τους Αμερικάνους στην περιοχή, αλλά κανείς δεν έψαξε κατά ‘κει μεριά. Το εμφυλιοπολεμικό καθεστώς κάτω από πολιτικές πιέσεις βρήκε ανάμεσα στους κομμουνιστές και κίνητρα και πιθανούς δολοφόνους και άρον-άρον, άτσαλα και απεγνωσμένα, τους φόρτωσε την κατηγορία του φόνου. Ο Αδάμ Μουζενίδης, στέλεχος του ΚΚΕ, με κάποιο τρόπο κατηγορήθηκε, ονομάστηκε χωρίς πολύ ψάξιμο ως ένας από τους δολοφόνους, αν και το ΚΚΕ ισχυριζόταν ότι ήταν ήδη νεκρός όταν ο Polk εμφανίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο θείος ο Σωκράτης, συνταξιούχος πλέον καπνεργάτης, ο «Βούλγαρος ψυχή τε και σώματι» κατά έναν από τους αστυνομικούς επιθεωρητές που τον ανέκριναν, και οι αδερφές του, η Μαγδαληνή και Καλλιόπη, πρόσφεραν κρησφύγετο στο Μουζενίδη, ήταν από τους συνδέσμους του Μουζενίδη και άλλων κομματικών στελεχών στην πόλη. Έτσι ο Σωκράτης έμπλεξε, κρατήθηκε σε έναν υπαίθριο χώρο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, όπου ο Πατέρας του πήγαινε φαγητό, ανακρίθηκε, μπορεί και να βασανίστηκε, αλλά ύψωσε το ανάστημά του, «ήταν βράχος στην κατάθεσή του» κατά τον δημοσιογράφο Κώστα Χατζηαργύρη, που μελέτησε σε βάθος όσο κανένας την υπόθεση Polk.

Η κράτηση, η ανάκριση και κατάθεση, η αλληλογραφία σε ένα μυστικό παρασκήνιο με τον αδερφό του Μουζενίδη, που τη διεκπεραίωνε ο νεαρός Πατέρας, μεταφέροντας κρυφά σημειώματα συνεννόησης και συντονισμού από τον έναν στον άλλον, ήταν και τα τελευταίο στίγματα που ο Σωκράτης άφησε στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη. Η Άννα, η πρώτη του γυναίκα πέθανε, ο ίδιος έφυγε για την Αθήνα, για λόγους υγείας ή και πολιτικούς -ως «σεσημασμένος» κομμουνιστής, ποιος ξέρει; Ξαναπαντρεύτηκε μια χήρα αρχιτεκτόνισσα, τη Ξένη Δ-Π, έγινε ο de facto θετός Πατέρας της αρχιτεκτόνισσας-συγγραφέως κόρης Λίζας Δ. Εμφανίστηκε με την Ξένη σε μια φωτογραφία στη Μόσχα, στο χιονισμένο, κάτασπρο φόντο ενός κλασικού μοσχοβίτικου τοπίου μιας φωτογραφίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ανάμεσα στις πήξεις και τις τήξεις του Ψυχρού Πολέμου. Σε μια  γούνινη σάπκα και ένα μακρύ παλτό, ο ωραιότερος των Ι., κρατούσε το χέρι της Ξένης. Το ίδιο ψηλό παράστημα, το ίδιο αγέρωχο βλέμμα, ένα εύθραυστο χαμόγελο, η χαρακτηριστική ελαφριά κλίση του κεφαλιού προς την Ξένη στα δεξιά του. Η Ξένη με ίδια σάπκα, ίδιο μακρύ παλτό, ανάμεσα στο Σωκράτη και ένα Σοβιετικό αξιωματούχο – όσο θα μπορούσα να κρίνω από το σφυροδρέπανο στη σάπκα του τελευταίου, το πανωφόρι με τις δύο σειρές κουμπιών και τη ζώνη, τις στρατιωτικές μπότες. Λέγεται ότι επισκέφτηκαν τη Μόσχα για την υγεία του, που ολάκερη ζωή τον ταλαιπώρησε, και για τις σπουδές της Λίζας. Ο Σωκράτης πέθανε στην Αθήνα το 1974.

Πέρα από τις σκόρπιες παιδικές και νεανικές μνήμες στο μυαλό του Πατέρα, δεν άφησε πολλά πράγματα πίσω ο Σωκράτης. Αλλά αυτό που άφησε, μια χρωματιστή ιστορία ζωής, μιαν ασήμαντη, αλλά διακριτή κληρονομιά, θαρρείς κι απόκτησε ένα ξεχωριστό βάρος στη ζωή του Πατέρα και κατ’ επέκταση τη δική μου, έγινε μύθος στα κατά τα άλλα πεζά χρονικά της οικογένειας. Οι λίγες αναμνήσεις από την παρουσία του σ’ αυτόν τον κόσμο γράφηκαν με ανεξίτηλο μελάνι και στο δικό μου νου, τις κουβάλησα με τη σειρά μου μαζί με μερικές πνευματικές μικρο-ανησυχίες και την αφοσίωση ενός διανοούμενου πρωτάρη στη φιλοσοφία, την πολιτική και το φοιτητικό ακτιβισμό. Μια ντουζίνα σκονισμένοι τόμοι της «Επιθεώρησης Τέχνης», τεύχη του περιοδικού ανελλιπώς συλλεγμένα από το 1955 μέχρις το 1963, σταχωμένα με γκρίζο σκληρό εξώφυλλο, ήταν το δώρο του Σωκράτη στον αγαπημένο ανιψιό του. Παραμένουν ακόμα με την ίδια σειρά που τους ταξινόμησα τελευταία φορά ως φοιτητής στη Θεσσαλονίκη, μέσα στη σκόνη, στο ίδιο το κάτω-γωνιακό ράφι της βιβλιοθήκης. Μαζί με τους μαύρους, χοντρούς τόμους μιας εγκυκλοπαίδειας της ΕΣΣΔ.

(Η βιβλιοθήκη αυτή ακόμα υψώνεται σε δύο και βάλε μέτρα, σχεδόν ετοιμόρροπη, πάνω από την IKEA πολυθρόνα του Πατέρα. Tην έφτιαξε, πάνω από μισό αιώνα πριν, χωρίς καθόλου μεράκι, αλλά με κακοτεχνία και βιασύνη, κατά παραγγελία, ένας τσαπατσούλης μαραγκός της γειτονιάς, ο Τραϊτσης, μαζί με σχεδόν όλα τα έπιπλα που επίπλωσαν το διαμέρισμα αντιπαροχή από το πατρικό των Ι. «Με το σάλιο τους κόλλησε», έλεγε συχνά η μητέρα στο θέαμα των ξεκολλημένων καπλαμάδων με τις αλιμάριστες προεξοχές. Συχνές επισκέψεις του Τραϊτση ακολούθησαν την παραλαβή των επίπλων, οπότε στεκόταν μπροστά στα δημιουργήματα του, με ένα αφοπλιστικό και αθώο χαμόγελο, που φανέρωνε ένα ή δύο χρυσά δόντια, το αναδιπλωμένο μέτρο στην κωλότσεπη και το μολύβι στον κρόταφο πίσω από το αυτί. Οι εκ των υστέρων επεμβάσεις και διορθώσεις, όμως, με την κόλλα και τη λίμα που επιχείρησε ήταν εξίσου αναποτελεσματικές.) Αλλά η βιβλιοθήκη του Τραϊτση επέζησε το διάβα του χρόνου και δυο γενεών, μαζί με την ξεχασμένη και αχρησιμοποίητη εγκυκλοπαίδεια της ΕΣΣΔ στα ψηλά ράφια (μακριά από τα μάτια επισκεπτών), μαζί με τα δεμένα τεύχη της «Επιθεώρησης Τέχνης» του Σωκράτη, τα οποία στα παιδικά μου χρόνια η Μάνα δεν μου επέτρεπε να σκαλίζω γιατί «τα άφησε ένας θείος που είχε χτικιό». Σε εκείνους τους τόμους, όταν μεγάλωσα και απέρριψα τις ανόητες φοβίες της Μάνας, ανακάλυψα τυπωμένα στο σώμα τους, πλήθος δημιουργημάτων από τη χρυσή εποχή της ελληνικής λογοτεχνίας, καρπών μιας κατά τεκμήριο αριστερής διανόησης. Δεν θα μπορούσε να ήταν αλλιώς στην περίοδο μετά τον εμφύλιο, σε μια συντριμμένη, φτωχή χώρα που προσπαθούσε απεγνωσμένα να σταθεί στα πόδια της και να διεκδικήσει το είναι και το έχει της σε έναν κόσμο κοφτερών αντιθέσεων και ο θείος, ο φυματικός καπνεργάτης, παρά τις ασύμμετρα εις βάρος πιθανότητες επιτυχίας, προσπάθησε να τον αλλάξει.