Monday, August 28, 2023

Εφηβικά - 2 Σχολείο Ελληνικό, Μικροαστικό

H εφηβεία της κύριας μάζας των Ελληνοπαίδων, με πρωτοπορία τους γόνους διανοουμένων ή διανοουμενίστικων ή ημιμαθών μικρομεσαίων αστικών στρωμάτων, που ο πληθυσμός τους αυξανόταν με γρήγορους ρυθμούς μετά τον πόλεμο, και ανάλογους ρυθμούς μετά τη μεταπολίτευση (και την εξάρτηση πολλών καριερών από το ρουσφέτι), περιστρεφόταν γύρω από τις ώρες και μέρες του σχολείου και της ελληνικής εκπαιδευτικής πατέντας που ήταν το φροντιστήριο. Η προσπάθεια εστιαζόταν απόλυτα στην επιτυχία στις τελικές, εισαγωγικές εξετάσεις για κάποια ανώτερη και κατ’ εξαιρετική προτίμηση ανώτατη σχολή, και το αντίστοιχο holy grail: πτυχία και πιστοποιητικά που υποτίθεται θα άνοιγαν τις πόρτες ενός μέλλοντος υλικής ευμάρειας -μιας αόριστης καλοπέρασης που όμως περισσότερο συνδεόταν με το αραλίκι. Αν και χωρίς κάποια συγκροτημένη ταξική συνείδηση στα πρώτα χρόνια της εφηβείας, ανήκα κι εγώ σε ένα από αυτά τα «μέσα Ελληνόπουλα» που ήγε και έφερε το κύριο ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας· από σχετικά μορφωμένους γονιούς, ούτε φτωχούς, ούτε πλούσιους, γονιούς που διακαώς και συχνά απεγνωσμένα επιθυμούσαν να διατηρήσουν και ενισχύσουν το οικονομικό και κοινωνικό status τους στην πόλη, όπως βέβαια και αυτών των απογόνων τους· χωρίς και πολλές βλέψεις έξω από τα όρια της πόλης, της χώρας και της κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτης οικονομίας της –του «βρέξει, χιονίσει..» ή της «ησυχίας, τάξης, και ασφάλειας» το ad vitam της ευρείας μάζας των νοικοκυραίων.

Οι χαμηλοί οικογενειακοί ορίζοντες και στόχοι, όπως τους ατένιζαν η Μάνα, ο Πατέρας και τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας, ήταν λίγο-πολύ προδιαγραμμένοι και αρκετά σαφείς κι ευκρινείς. Η εκπαίδευση και το σχολείο και το επιβεβλημένο άνωθεν σερί εξετάσεων που ένα αρτηριοσκληρωτικό και δύσκαμπτο και στείρο εκπαιδευτικό σύστημα απαιτούσε και που η επιτυχία σε αυτές γίνηκε λίγο-πολύ αυτοσκοπός, παρέλειπε ή παράκαμπτε ουσιαστικότερες ανάγκες: τη ζωντανή μόρφωση και διάπλαση, την κρίση και, όσο γίνεται στα χρόνια του σχολείου, την ολοκλήρωση της ανθρώπινης φύσης, την κατά δύναμιν αξιοποίηση και βελτιστοποίηση των κλίσεων και ταλέντων που λανθάνουν σε κάθε ανθρώπινο όν από γεννησιμιού του, την απελευθέρωση κι ενίσχυση, όσο γίνεται, των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων, της καλλιέργειας της ψυχής και του νου, των διαχρονικών αρετών αυτής της ανθρώπινης φύσης, όπως η αγάπη, η κοινωνικότητα, η συντροφικότητα, η συμπάθεια και ενσυναίσθηση, η συνεργασία, η λογική σκέψη, η εμβάθυνση στον κόσμο και τη φύση γύρω. Το ελληνικό σχολείο, έστω και από την άγουρη προσωπική εμπειρία τη εποχής, κοιταγμένης πλέον από χρονική και γεωγραφική απόσταση, δεν προσέφερε πολύ περισσότερα από μια αριθμητική σούμα γνώσεων, γενικά στείρων, κατά κανόνα άχρηστων, στο σύνολό τους αποσπασμένων από την πραγματικότητα έξω από τους τοίχους του, μιας πραγματικότητας σε δυναμική εξέλιξη που άλλαζε σε ακατάπαυστους ρυθμούς και το εκπαιδευτικό σύστημα αδυνατούσε να παρακολουθήσει. Το ενδιαφέρον προς τα μαθήματα, προς κάθε μάθημα, εξαντλούνταν, λοιπόν, κατά τις πρώτες μέρες του σχολείου το πολύ σε μια-δυο σελίδες των αντίστοιχων τετραδίων, και έκτοτε γινόταν ρουτίνα και αγγαρεία. Τα βιβλία του ΟΕΔΒ τα ανοίγαμε για μια γρήγορη, αδιάφορη ματιά εν αναμονή διαγωνισμάτων ή κάποιας προφορικής εξέτασης, της περιοδικής αγγαρείας που οι πλέον ευσυνείδητοι από εμάς αγόγγυστα εκτελούσαν, εις βάρος της προσωπικής τους ελευθερίας. Όλων τα πνεύματα αναθάρρευαν τις μέρες πριν τις διακοπές ή εκείνες τις ηλιόλουστες των ημερήσιων σχολικών εκδρομών, όπου μικρές ελευθερίες παραχωρούνταν.  

Αλλά η απόδοση στο σχολείο και τις εξετάσεις που επέβαλλε το σύστημα επιλογής προς την αποκορύφωσή του: την είσοδο στο πανεπιστήμιο και την απόκτηση του πτυχίου, ήταν η επιτακτική ανάγκη που επέβαλλε κάθε μικρο-μεσοαστική οικογένεια πιστή στα δόγματα και παραδόσεις της στους νεαρούς βλαστούς της. Στη μετέωρη αγωνία για τη διατήρηση του κοινωνικού status, την ταξική άνοδο ή τουλάχιστον σταθεροποίηση, την περιχαράκωση και αυτοεπιβεβαίωση, πολλά στοιχεία ταξικής νοοτροπίας που αργότερα στη ζωή μου επέκρινα και αντιμετώπισα με περιφρόνηση και σαρκασμό, αν και οργανικό μέλος αυτών των τάξεων. Υπήρχαν βέβαια και κάποιοι καταχθόνιοι στόχοι, λιγότερο προφανείς από το πτυχίο του πανεπιστημίου, που ξεγύμνωναν τον ταξικό κυνισμό του όλου εγχειρήματος: ήταν μια θέση σε έναν κρατικοδίαιτο μηχανισμό και γραφειοκρατία, που θα εξασφάλιζε εσαεί, χωρίς σκοτούρες για το αύριο, μέχρι θανάτου, μια σχετικά άνετη ζωή μακριά από τις πλέμπες του μεροκάματου και της βιοπάλης ή ακόμα και μια αναρρίχηση στο μικρό σκαλοπάτι που θα ανέβαζε στην περήφανη μεγαλοαστική κάστα γιατρών, δικηγόρων, εργολάβων μηχανικών, κτλ., στην μπουρζουαζία των πόλεων. Στην ρίζα όλων αυτών, βέβαια, βρισκόταν η διατήρηση και μεγιστοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας και περιουσίας, αυτής της υλικής ματαιότητας που ο άνθρωπος μετράει και διαφυλάττει σαν κάτι ιερό, σαν τα μάτια του ας πούμε, σαν να μην ξέρει ή καταλαβαίνει ότι  μια μέρα θα κονιορτοποιηθεί και σκορπιστεί στο χάος του σύμπαντος μαζί με το κορμί ή τα κορμιά που το παρήγαγαν.

Αυτό το μοντέλο αναθρέμματος παιδιών και εφήβων στην Ελλάδα έγινε με τα χρόνια πιο περίτεχνο. Κατά τη μεταπολίτευση και τη γενιά της (τη γενιά μου) λάμβανε χώρα, εμφανής ακόμα και σε ανώριμα νεανικά μας μάτια, μια σταδιακά αντιπαραγωγική και παρασιτική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, κατευθυνόμενη, με κάποιο νομοτελειακό τρόπο, από την παγκοσμιοποίηση και το διεθνή ανταγωνισμό και καταμερισμό εργασίας· ιστορικές αλλαγές κρυμμένες πίσω από ασήμαντα σποραδικά νέα, όπως το κλείσιμο ενός υφαντουργείου ή η διαφήμιση της κάθε κυβέρνησης για αυξημένες τουριστικές αφίξεις. Πελατειακά εξαρτημένη από τα παγκόσμια οικονομικά κέντρα, τρέχοντας καθιδρωμένη πίσω από τις τεχνολογικές εξελίξεις, παρά τις κάποιες αναιμικές και κατά κανόνα ατελέσφορες εθνικές πολιτικές που κατά καιρούς εξασκήθηκαν για μεταρρύθμιση. Οι αντιφάσεις αυτού του «ελληνικού» μοντέλου ανάπτυξης θα ξεδιπλωνόταν με θεαματικό τρόπο μερικές δεκαετίες αργότερα σε μιαν ιστορικού μεγέθους και άνευ προηγουμένης οικονομική κρίση.

Η οικονομική πραγματικότητα και οι συστημικές κρίσεις κάθε τόσο απομυθοποιούν πολλές από τις δεδομένες αντιλήψεις και πιστεύω της ελληνικής κοινωνίας, αν και γρήγορα λησμονούνται μέχρι την επόμενη. Κατά κανόνα κατακερματίζουν και φτωχοποιούν στρώματα της μεσαίας τάξης και απαξιώνουν το πολιτικό σύστημα και κράτος που οικοδομήθηκε και ανακυκλώνεται για να εξυπηρετεί και εξυπηρετείται από αυτήν την τάξη.  Στο μεταξύ όμως διαμορφώνει τα ιδιότυπα χαρακτηριστικά αυτών των «αιωρούμενων» μικρομεσαίων στρωμάτων και την ιδιοσυγκρασία, ιδιοτυπία και ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας: τα παιδιά της έπρεπε πάση θυσία να μορφωθούν, να αποκτήσουν πτυχία, στη χειρότερη περίπτωση να ακολουθήσουν τα βήματα των γονιών τους στο δημόσιο τομέα ή στα επαγγελματικά τους γραφεία ή στη μικρή μεταπρατική επιχείρηση, στην καλύτερη να περπατήσουν το ίδιο μονοπάτι λίγο πιο παρακάτω από την προηγούμενη γενιά, αλλά πάντα την «πεπατημένη». Οι περισσότερες φιλοδοξίες εξαντλούνταν στα πλαίσια μιας λίγο-πολύ προδιαγραμμένης καριέρας, υπό την αιγίδα, έμμεσα ή άμεσα, ενός τεράστιου πανταχού-παρόντος κράτους. Το μότο δημοσίων υπαλλήλων (πολλών που αρέσκονταν στον κατ’ ευφημισμό τίτλο των «λειτουργών») και «ελεύθερων επαγγελματιών» και σ’ ένα βαθμό η ματαιοδοξία της ελληνικής μικρομεσαίας τάξης, που πήγαζαν από ένα λανθάνον κοινωνικό ένστικτο αυτοσυντήρησης ή διαιώνισης, θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση που ένας οικογενειακός φίλος, μεγαλοδικηγόρος της γενικευμένης αρπαχτής είχε σοβαροφανώς ξεστομίσει σε ένα από τα σπάνια σουαρέ της Μάνας: «Ακόμα και ξεβράκωτος θα μείνω, αλλά την κόρη μου θα τη σπουδάσω!»

Συμπερασματικά, ο ελάχιστος βαθμός της επιτυχίας του γόνου μιας μικρομεσαίας οικογένειας δημοσίων υπαλλήλων ή επαγγελματιών θα μετριόταν από την απόκτηση κάποιου πτυχίου, το μέγεθός της από το είδος αυτού του πτυχίου και το ενδεχόμενα κάποιων περαιτέρω μεταπτυχιακών σπουδών με γνώμονα, συνήθως, μιαν αρτηριοσκληρωτική, παρωχημένη και άσχετη αξιολόγηση των δυνατοτήτων απασχόλησης που η κοινωνία θα πρόσφερε (και που κατά κανόνα διαψευδόταν από μια ταχύτερα εξελισσόμενη παγκόσμια πραγματικότητα)· και την τελική αποκατάσταση ή «βόλεμα» στον προδιαγραμμένο και περιχαρακωμένο επαγγελματικό χώρο. Με τη σειρά της, η επίτευξη του ενδιάμεσου ή απώτερου ή απώτατου σκοπού, που είναι η απόκτηση του πτυχίου, ή ακόμα καλύτερα πτυχίων, προϋπόθετε μικρές μεν, πολλές δε επιτυχίες σε ένα κλειστό σύστημα που το απάρτιζαν αλλεπάλληλοι κύκλοι «παράδοσης της διδακτέας ύλης» (για τους μαθητές «αντικείμενα») και εξετάσεων πάνω σε αυτήν την «ύλη». Το επίπεδο αφομοίωσης ή, συνήθως, αποστήθισης αυτής της ύλης και της τελικής επιτυχίας στις εξετάσεις φυσικά εξαρτιόταν από το ζήλο και τη νοημοσύνη του μαθητή, αλλά και από τη συμπαράσταση που θα τύχαινε να λάμβανε ή, καλύτερα, την επιτήρηση κι όπου χρειαζόταν το «σπρώξιμο» από την οικογένεια δίπλα του και τα φροντιστήρια γύρω του. Το σχολείο και οι καθηγητές του ήταν απλά το μακρύ χέρι ενός γραφειοκρατικού οργανισμού παιδείας, οι μεσάζοντες, που απλά και μηχανικά «παρέδιδαν» στους μαθητές μιαν ύλη η οποία συγκροτείτο και ραβόταν στα στενάχωρα γραφεία ενός Υπουργείου από «ώριμους» δημοσίους υπαλλήλους. Η δημιουργικότητα, η κρίση, η πρωτοβουλία, η καλλιέργεια επιδεξιοτήτων και ταλέντων ήταν όροι ξεχασμένοι. Τι δημιουργικότητα μπορούσε να αντλήσει κάποιος από τα θρησκευτικά ή η γραμματική και το συντακτικό μιας μισοπεθαμένης γλώσσας; Τι ιστορία να μάθει από κείμενα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα ενός εθνικού και εθνικιστικού αφηγήματος; Για έναν οποιοδήποτε απώτερο σκοπό στη ζωή μέσα σαν κι αυτά θα ήταν αχρείαστα.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, τα χρόνια του Γυμνάσιου και έπειτα του Λυκείου, μετά από εκείνους τους τελευταίους ανιαρούς μήνες του Δημοτικού ανοιγόταν μπροστά μου ως δρόμος συναρπαστικός: terra incognita για την κατάκτηση νέας και ανώτερης γνώσης, αν και αυτό μέσα από τον κυκεώνα του ωρολογίου προγράμματος και τις προετοιμασίες για κάθε μια από τις αλλεπάλληλες εξετάσεις. Αλλά ήταν και ο δρόμος που ο ατομικός χαρακτήρας πλαθόταν και ωρίμαζε, που θα άνοιγε πόρτες στην κοινωνικότητα, και για μερικούς συνομήλικούς μου θα οδηγούσε στην ανακάλυψη του έρωτα. Ήταν η επίπονη φάση της ενηλικίωσης με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Η πραγματικότητα σπάνια ανταποκρίνεται στις αρχικές προσδοκίες. Ο άνθρωπος, μετά τα έξι βαριά και αργόσυρτα χρόνια της μέσης εκπαίδευσής του, σπάνια βρίσκεται στο σημείο που είχε φανταστεί και ίσως ονειρευτεί όταν αυτό το έξωθεν και άνωθεν και επιβεβλημένο εγχείρημα ξεκινούσε. Η πορεία μου προς την ενηλικίωση, αυτή η για κάθε άνθρωπο περίπλοκη από φυσική και συναισθηματική άποψη διαδικασία του «μεγαλώματος» και της ωρίμανσης, έγινε διάσπαρτη από τα ζιζάνια εξετάσεων-ορόσημων επιτυχίας ή αποτυχίας, και τα ψυχικά βαρίδια που κόμιζαν, ένας μαραθώνιος μετά πολλών εμποδίων. Εξετάσεις επί εξετάσεων, μιαν ακολουθία πληθωριστικά βεβαρημένη στην περίπτωσή μου από μια συγκυρία αδιάκοπων δήθεν «μεταρρυθμιστικών» παρεμβάσεων στο εκπαιδευτικό σύστημα. Από αυτή (και όχι μόνον) άποψη η σειρά μου στάθηκε άτυχη. Εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, από το Γυμνάσιο στο Λύκειο, δυο φορές πανελλήνιες για το Πανεπιστήμιο, κάθε χρονιά στο τέλος της χρονιά στο σχολείο, εξετάσεις που με το χρόνο, η μια μετά την άλλη καταργούνταν, σε απαρχαιωμένες θεματικές ενότητες, όπως των Αρχαίων Ελληνικών ή κεφαλαίων της Φυσικής, που μετά από λίγο καιρό θα ξεπερνιούνταν ως αναχρονισμοί και θα αφαιρούνταν από τον «κορμό» της γνώσης που παρεχόταν. Οι απαιτήσεις να αποδώσω σε εκείνες τις εξετάσεις ήταν βεβαίως υψηλές, υψηλότατες, η πίεση από το περιβάλλον έμμεση και λανθάνουσα, αλλά υπαρκτή και αισθητή. Κατά γενική ομολογία, διέθετα και τη πάνω από έναν μέσο όρο νοημοσύνη και άλλες παρεμφερείς δεξιότητες όχι απλώς για να πετύχω, αλλά και να διακριθώ. Δεν ήταν δύσκολο σε αυτό το σύστημα, αρκούσε κάποια επιμέλεια και μια στοιχειώδης αφοσίωση και συνέπεια. Η πίεση από τη δασκάλα Μάνα και τον «Φυσικό» Πατέρα ήταν ισχυρή και διαρκής και περιστασιακά ενισχυμένη από το φιλικό, σχολικό και ευρύτερο περιβάλλον, συχνά όμως γινόταν φορές αφόρητη, καθώς παρουσιαζόμουν ως το «καμάρι», ήμουν η βιτρίνα κατά κάποιο τρόπο της οικογένειας και του ονόματος της, ο «θετικός» ελαφρά προικισμένος γιος με έφεση για γνώση και μερικά χαρίσματα εκ των οποίων τα κύρια δύο ήταν η επιμέλεια και η εργατικότητα. Έπρεπε να δικαιολογήσω τέτοιους κολακευτικούς επιθετικούς προσδιορισμούς και τίτλους. Η αποτυχία θα στενοχωρούσε τουλάχιστον, ίσως και να ντρόπιαζε του δικούς μου στον κύκλο μας.

Κι όμως στο πρώτο σκαλοπάτι, στο λυκόφως της παιδικής ηλικίας, στην είσοδό μου στην εφηβεία  είχα σκοντάψει. Η ιδέα να δώσω απαιτητικές εξετάσεις, δώδεκα χρονών παιδί, για εισαγωγή στο Πειραματικό, το δημόσιο σχολείο των συμβατικά προικισμένων μαθητών της πόλης που θα διδασκόταν από την αφρόκρεμα των καθηγητών της πόλης, είχε τις ρίζες στις κοινωνικές μικρο-προκαταλήψεις της, και μάλλον μεταδόθηκε από τους στενότερους οικογενειακούς μας φίλους της εποχής, τους Πρωτοποριδαίους. Εγώ απέτυχα παρά τους κόπους και τα βάσανα και την κλεισούρα στο δωμάτιο και την μερική στέρηση των παιχνιδιών στην γειτονιά. Ο ομήλικος γιος των Πρωτοποριδαίων και φίλος, πέτυχε με άνεση και μπραβάντο. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη, σχεδόν τραυματική. Τότε όμως κατάλαβα για πρώτη φορά ότι τέτοιους είδους τραύματα επουλώνονται σχετικά γρήγορα. Κάποιος σηκώνεται, ξεσκονίζεται, ξεχνάει τον πόνο και στενοχώρια του, και συνεχίζει: το πρώτο και από τα σημαντικότερα μαθήματα ζωής. Τελικά, η αποτυχία στις εξετάσεις στο Πειραματικό μπορεί να άξιζε τον κόπο, καθώς την ακολούθησαν μικρές δόξες και η ευφορία από μετέπειτα αλλεπάλληλες «επιτυχίες» στο σχολείο και την αρένα των εξετάσεων. Το κύρος της οικογένειας αποκαταστάθηκε και με το παραπάνω.