Η καθημερινή ρουτίνα του παππού είχε πολλά αξιοπρόσεκτα κι
αξιομνημόνευτα χαρακτηριστικά. Αποτελείτο από εκείνες τις καθημερινές ασήμαντες
πράξεις που παρά την prima facie ασημαντότητά τους, αποκτούσαν ιδιαίτερη βαρύτητα στο
μικρόκοσμο της οικογένειας, στα όρια του σπιτικού της Μαγνησίας και της
γειτονιάς. Ο κύριος λόγος, βέβαια, βρισκόταν στην προσωπικότητα του, που
κυριαρχούσε απόλυτα στο γύρω περιβάλλον, στις γυναίκες του σπιτικού, στο χωριό,
ιδιαίτερα ανάμεσα σε αυτούς που τον ήξεραν και έρχονταν σε καθημερινή
συναναστροφή μαζί του. Τα πρωϊνά, σχεδόν αδιάλειπτα, από το χαράματα πολλές
φορές, σκυμμένος, φορώντας ένα αμάνικο φανελάκι ή ενίοτε και χωρίς αυτό,
καλοκαίρια και χειμώνες και καταχείμωνα, με κάποια τετράγωνη μπάρα σαπουνιού και
το κρύο νερό της βρύσης κάτω από την ακακία της πίσω αυλής, έλουζε με ζήλο το
φαλακρό, άσπρο κεφάλι και το επίσης ασπριδερό πρόσωπο, που αποκτούσαν στη
διαδικασία του πλυσίματος μια προσωρινά ροδοκόκκινη απόχρωση. Ο Σπύρος, ο πρωτότοκος
γιος του Λεωνίδα, ο ένας εκ των δύο κληρονόμων του γειτονικού μπακάλικου, που
είχε ήδη μετονομαστεί σε «Ι...ίδης & Υιοί», τον παρακολουθούσε συχνά από
την ταράτσα του. Και σχολίασε ένα απόγεμα, ενώ πίναμε καφέ απουσία του κάτω από
το κλήμα του χαμόσπιτου ότι «ο μπάρμπα-Γιάννης θα πάει ξαφνικά, μια κι έξω…» Ο
Σπύρος διαψεύστηκε, γιατί ο παππούς ούτε ξαφνικά, ούτε νωρίς έφυγε, αλλά ούτε
έφυγε εξαιτίας των κρύων πρωϊνών λουτρών στη χειμωνιάτικη παγωνιά. Μετά την πρωινή
ρουτίνα της καθαριότητας και του νιψίματος και περιοδικού ξυρίσματος του κρανίου
και της όψης, η Βασιλική θα του έφκιανε το πρωϊνό του: από γάλα, που το έφερνε σ’
ένα κιούπι ο γαλατάς του χωριού, και ψωμί από το φούρνο του κυρ-Βασίλη
απέναντι, εν είδη βουτήματος συνήθως, καμιά φορά με βούτυρο και μέλι. Ακολουθούσε
τούρκικος καφές. Το πρωϊνό, όπως και όλα τα γεύματα, τα απολάμβανε καθισμένος στην
κεφαλή του μεγάλου τραπεζιού της κουζίνας, ήσυχος και ήρεμος, πίσω από το
μαγκάλι, δίπλα σ’ ένα ντιβάνι με ένα κιλίμι στον τοίχο κάτω από το παράθυρο.
Ένα ή δυο πρωϊνά της βδομάδας, αφού είχε πλέον βγει στη
σύνταξη, φορούσε το γκρίζο κουστούμι, το φθαρμένο πλέον από το χρόνια του ως
Διευθυντής και Επιθεωρητής δημοτικών σχολείων, περπατούσε με μικρά, γρήγορα
βήματα μπροστά από το σχολείο του χωριού και την Εκκλησία, κι έχοντας καλημερίσει
τους πρωινούς συγχωριανούς θαμώνες του κυλικείου απέναντι από το κτίριο της
Κοινότητας, έπαιρνε το ΚΤΕΛ από τη στάση μπροστά και κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη.
Ασχολείτο με ζήλο και είχε εκλεγεί κατά κάποιον τρόπο Πρόεδρος του
περιφερειακού Συλλόγου Πολυτέκνων, χάριν στις τέσσερις θυγατέρες και ενός
πρόωρα χαμένου γιού, που εκ των πραγμάτων τον καθιστούσαν πολύτεκνο. Περισσότερο
χάριν του σχετικού κύρους που διέθετε μέσα στο σχετικά στενό κύκλο των
πολύτεκνων οικογενειών, που προέρχονταν κυρίως από τις Δυτικές συνοικίες της
πόλης, τις φτωχές κι εργατικές, εκεί όπου αφιέρωσε τα περισσότερα του χρόνια ως
δάσκαλος: τους Αμπελόκηπους, την Μενεμένη, τον Δεντροπόταμο και τις γύρω
λασπογειτονιές των Τσιγγάνων, τα Ελευθέρια και το Κορδελιό. Θα το επεδίωξε κι ο
ίδιος, ώστε να εξακολουθήσει μιαν εθελοντική ενασχόληση με τα κοινά, όπως κάμουν
πολλοί συνταξιοδοτημένοι δημόσιοι υπάλληλοι, ιδιαίτερα δάσκαλοι και καθηγητές, στην
προσπάθεια να παραμείνουν κατά δύναμιν αγκυλωμένοι
στο άρμα του δημόσιου βίου -τελευταίο φράγμα αντίστασης απέναντι στον
αποκλεισμό από την ενεργή κοινωνία που η τρίτη ηλικία μοιραία φέρνει.
Έτσι, στα πρώτα
χρόνια μετά τη συνταξιοδότηση, διατηρούσε ένα γραφειάκι στα δυτικά της πόλης,
κοντά στο Λιμάνι και τα Δικαστήρια, απ’ όπου εθελοντικά διεκπεραίωνε σχετικές
υποθέσεις κι εξυπηρετούσε οικογένειες με πολλά παιδιά. Τα χρόνια δημογραφικά
προβλήματα της Ελλάδας, η μετανάστευση κι η υπογεννητικότητα, σήμαιναν ότι οι
λίγες πολύτεκνες οικογένειες απολάμβαναν κρατικά μικρο-προνόμια κι επιδόματα,
για τον απλό λόγο ότι είχαν να ταΐσουν πολλά στόματα σε γενικές συνθήκες
κοινωνικής φτώχιας και ανεπαρκούς και γραφειοκρατικής πρόνοιας. Οι περισσότεροι
πελάτες του κυρ-Γιάννη ήταν, λοιπόν, από τα χαμηλά μέχρι και λούμπεν στρώματα
της πόλης και ιδιαίτερα της περιοχής και, βέβαια, από τους πολλούς Τσιγγάνους
ανάμεσά τους. Φτωχοί, αμόρφωτοι άνθρωποι, που η αξεστοσύνη τους συμβάδιζε με
την καλοκαγαθοσύνη κι αφέλειά τους, και τους οποίους - μου λέγανε - ότι ο παππούς
τους αντιμετώπιζε με υπομονή, καρτερικότητα κι αξιοπρέπεια. Ο νεανικός του ιδεαλισμός
περί κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας ευκαιριών, που ως δάσκαλος και
συνταξιούχος δεν τον εγκατέλειψε (και δεν θα μπορούσε να τον εγκαταλείψει!) θα συνετέλεσε
σε μεγάλο βαθμό στην ικανοποίηση που αντλούσε, ενώ για τους υπόλοιπους της
οικογένειας φαινόταν μια άχαρη ενασχόληση. Άλλωστε, έσπαγε και την ρουτίνα και κοινωνική
περιθωριοποίηση και μοναξιά που συνοδεύει και το βάρος τους μεγαλώνει με τα
γηρατειά. Η θεία Λ., με το ταλέντο της να υποδύεται πρόσωπα και χαρακτήρες, μας
διηγείτο αργότερα ένα περιστατικό που κάθε φορά προκαλούσε ξεκαρδιστό γέλιο στη
ομήγυρή: Ο πατέρας μιας φαμίλιας Τσιγγάνων που περίμενε λίγη ώρα παραπάνω έξω
από το γραφειάκι του Συλλόγου Πολυτέκνων, μόλις είδε τον παππού να εμφανίζεται
στην άκρη του σκοτεινού διάδρομου σηκώθηκε από τον πάγκο και με ανοιχτά χέρια,
ελαφρώς εκνευρισμένος, του είπε: «Που είσαι, Πρόεδρε, και σε περιμένουμε τόσες
ώρες; Για χέσιμο πήγες;». Ο παππούς του απάντησε ψύχραιμα, αλλά συνοφρυωμένος
και με στόμφο: «Τα πολλά λόγια δεν μου χρειάζονται…». Η οικογένεια των
Τσιγγάνων, ασυναίσθητη της αναίδειας στη συμπεριφορά της, που ίσως να οφειλόταν
σ’ έναν γνήσιο εκνευρισμό για την αδικαιολόγητα μακροχρόνια αναμονή, ίσως να
ειπώθηκε ως ένα χοντροκομμένο χωρατό, αναμενόμενο από αμόρφωτους ανθρώπους,
ακολούθησε τον κυρ-Γιάννη, με τον πατέρα Τσιγγάνο να οδηγεί σοβαρός και
αγέλαστος, με μια λέξη τσαντισμένος, είτε από την άσκοπη αναμονή, είτε από τη
μη αναγνώριση του παππού της χιουμοριστικής του διάθεσης. Τον ακολούθησε όπως
το Ποίμνιο ακολουθεί κάποιον θεό-Πατέρα, παρατάχτηκε μπροστά στο μικρό
γραφειάκι, ο πατέρας Τσιγγάνος, τα χέρια διπλωμένα με μπραβάντο μπροστά στο
στήθος πάνω από μια μεγάλη στρογγυλή κοιλιά, ένα μωρό στην αγκαλιά της νεαρής
γυναίκας του, αλλά δυο κουτσούβελα κρεμασμένα από το πλούσιο, πλουμιστό φόρεμά
της. Η υπόθεση τους διεκπεραιώθηκε σε λίγα λεπτά χωρίς καμιά κουβέντα, χωρίς
ευχαριστώ, χωρίς χαμόγελα, ένα τελικό: «Ορίστε, το πιστοποιητικό σας, κύριε!» από
τον παππού, με τη σχολαστικότητα κι ευσυνειδησία που ανέκαθεν διέκρινε τον ίδιο
-και το «οικ...αίϊκο» εν γένει.
Η καθαριότητα και επιμέλεια του σπιτιού, των δυο βεραντών,
του μικρού παρτεριού στο μπροστινό μέρος, και της μεγάλης αυλής στο πίσω μέρος,
που μέχρι τότε, πέρα από ένα τσιμεντένιο κομμάτι κάτω από τη βεράντα ήταν ένας
αυτοσχέδιος κι ακατάστατος μπαχτσές λαχανικών με λίγα διάσπαρτα δέντρα φρούτων
(μια καϊσιά, μια βερικοκιά και κανα δυο συκιές), το κλήμα με τα ξινοστάφυλλα
μπροστά από τα χαμόσπιτο των προγόνων και το κοτέτσι, την ακακία πάνω από τη
βρύση κοντά στην πόρτα του φράκτη, το χωρίς πολλές φορές νόημα και σκοπό καθημερινό
σκούπισμα, το τάισμα των πουλερικών, το πότισμα των παρτεριών, όλες αυτές τις
αναρίθμητες μικροδουλειές της καθημερινότητας στο χωριό, που γίνονται
ασυνείδητα, κι ούτε απαριθμούνται, ούτε ανασκοπούνται στο τέλος της ζωής,
μολονότι στη ζωή των γυναικών του χωριού εκείνης της εποχής καταλάμβαναν το
μέγιστο κομμάτι της, γίνονταν με ζήλο κι επιμονή και σχολαστικότητα από τις δύο
ανύπαντρες θείες μου. Και έδιναν, όπως γίνεται πάντα με ασχολίες ρουτίνας, μια
ψευδαίσθηση σταθερότητας. Η γιαγιά, όσο καιρό βαστούσαν τα ποδάρια της, το ένα
κουτσό με το ισχίο φθαρμένο από αρθριτικά, το άλλο να στηρίζει το μεγαλύτερο
βάρος ενός σκεβρωμένου κορμιού που είχε από καιρό παραδοθεί στη φθορά του
χρόνου, αν και μέτρια μαγείρισσα αναλάμβανε σχεδόν αποκλειστικά τη μαγειρική,
τις προμήθειες, την προετοιμασία του φαγητού, το καθάρισμα μετά.
Η συνεισφορά του παππού σε αυτό που λένε «οικιακά» ήταν το τσάπισμα γύρω από τα δέντρα του «μπαχτσέ»,
την καϊσιά, τη βερικοκιά, τις συκιές, μερικές σειρές από ντοματιές. Προς τα
τέλη του φθινόπωρου αναλάμβανε την τακτοποίηση των τόνων καυσόξυλων που ένα
φορτηγό ξεφόρτωνε κι αράδιαζε σε ένα σωρό στην αυλή, και στη διάρκεια του
χειμώνα με ένα τσεκούρι τακτικά το κόψιμό τους πριν γίνουν φωτιά στο μεγάλο μαγκάλι
της κουζίνας και την ξυλόσομπα του μικρού καθιστικού. Σε εκείνες τις
δραστηριότητες, ιδιαίτερα την τακτοποίηση των ξύλων σε σειρές στον τοίχο κάτω
από το υπόστεγο, πάντα συμμετείχα με τον παιδικό ενθουσιασμό για δουλειές
ενηλίκων. ΄Όπως βοηθούσα και στο κόψιμό τους με το τσεκούρι: αρχικά υπό την
επίβλεψη του παππού και την καθοδήγησή του και, τελικά, αυτόνομα -καθώς
μεγάλωνα, παρά τις επιφυλάξεις των γυναικών, τις ανησυχίες μην πάθω τίποτε. Τις
εργασίες αναβάθμισης του σπιτιού και του μπαχτσέ, όπως αυτές της πρόσοψης και
της βεράντας, την περίφραξη της αυλής, το κτίσιμο της καινούργιας τουαλέτας
δίπλα στα σκαλιά της βεράντας από πίσω, ώστε ο παππούς να μη διανύει μεγάλη
απόσταση στη νυχτερινή του ούρηση, τις άφηνε σε ντόπιους μαστόρους υπό την
διακριτική επίβλεψή και καθοδήγησή του.
Το μεσημεριανό του φαγητό, που συνήθως το έτρωγε σιωπηλός,
καθισμένος μόνος στην κεφαλή του τραπεζιού. Εξαίρεση αποτελούσαν εκείνα τα Σαββατιάτικα
μεσημέρια που, πριν έρθει σπίτι, στο δρόμο του από το Σύλλογο των Πολυτέκνων ή
την αγορά περνούσε από το καφενείο της στροφής για μερικά ούζα. Αν ήξερε ότι βρισκόμουν
στη Μαγνησία έφερνε κομμάτια ψητής κότας και καμιά λιχουδιά από ένα ψητοπωλείο
παραδίπλα. Όταν άνοιγε, χαμογελώντας και ελαφρώς κορδωμένος, το λαδόχαρτο μέσα στο
οποία ήταν τυλιγμένα αυτά ανέδυαν μιαν καταπληκτική μυρωδιά που αναστάτωνε τις
αισθήσεις και κορύφωνε την απογεματινή μου όρεξη μετά από ώρες παιχνιδιού. Τότε,
ζαλισμένος κι από τα ούζα που προηγήθηκαν στο καφενείο, γινόταν ξάφνου
λαλίστατος κι άρχιζε να απευθύνει οδηγίες και διαταγές γύρω του: «Για φέρε, βρε
Λ., το ψωμί!»· «Γιατί δεν υπάρχει γιαούρτι εις το ψυγείον;»· «Εσύ, Δ. να
στρωθείς να μάθεις μερικά γράμματα, να αποκτήσεις μόρφωση, γιατί δεν σε βλέπω
να προκόβεις στην ζωή! Το απαιτεί η κοινωνία σήμερα…». Ή, θα πείραζε τη
Βασιλική και το κουτσό δεξί της πόδι, το ανεπαίσθητο κουσούρι των νιάτων της
που τα αρθριτικά χειροτέρευσαν κι έκαμαν εμφανές: «Θα πάμε στο νοσοκομείο να
μου κόψουν το ποδάρι και να το φυτέψουν σε σένα…»· ή, στον πληθυντικό
ευγενείας: «Όταν σας έβλεπα, κυρά μου, στα νιάτα σου επίστευα ότι μου εκάματε σκέρτσα
με το περπάτημα σας!»