Thursday, August 16, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 14 Εξορία

Το τι ακολούθησε τις μέρες στα κρατητήρια της ασφάλειας της Ολύμπου μέχρι την τελική του εξορία, χάθηκε στο βάθη του χρόνου και της οικογενειακής λήθης. Αν πέρασε από κάποιο δικαστήριο, έστω και για τα λίγα προσχήματα που διατηρούσε το αντικομμουνιστικό μένος, είναι άγνωστο. Στη δίνη του Εμφύλιου αμετανόητοι κομμουνιστές εκτελούνταν μετά από συνοπτικές ή ακόμα και χωρίς καθόλου διαδικασίες. Επομένως, να στηνόταν κάποια δίκη για έναν δημοδιδάσκαλο, έναν υποτίθεται «διαφωτιστή» (για πολλούς ινστρούχτορα-προπαγανδιστή), που έσπερνε φιλοκομμουνιστικές και, κατά συνέπεια, αντεθνικές ιδέες, όσο και ασυνάρτητες και ασπόνδυλες και με ελάχιστη επίδραση στις αγράμματες συνειδήσεις του χωριού να ήταν αυτές, και από τη δίκη εκείνη να απονεμόταν κάποια αναστολή ή αθώωση, κάποια τέλος πάντων δικαιοσύνη που θα λάμβανε υπόψιν το παρελθόν του, την οικογένειά του, τις συνθήκες, τη συνεισφορά του στην κοινότητα, κτλ., ένα τέτοιο δικαστικό εγχείρημα συνιστούσε σχήμα οξύμωρο και μια τέτοια ραφιναρισμένη διαδικασία ήταν εκ των πραγμάτων αδιανόητη. Την κατάληξη εύκολα θα την προέβλεπε κάποιος μέσα από την κατάσταση που επικρατούσε: τον ίδιο χρόνο τον εξόρισαν μαζί με αρκετούς άλλους, υπόπτων «κοινωνικών φρονημάτων», στη Λήμνο. Εκεί, ο κυρ-Γιάννης και μια χούφτα μέχρις τότε άγνωστων συντρόφων, έμειναν δυο περίπου χρόνια σε ad hoc στημένα αντίσκηνα, όπου τους έφαγαν η βρωμιά κι οι ψείρες. Ήταν κάτι σαν μια δεύτερη ή τρίτη στρατιωτική θητεία, μακριά από γυναίκα και παιδιά, χωρίς δουλειά και μισθό, μπροστά σε ένα απόλυτο σκοτάδι χωρίς ορατό τέλος και το μέλλον ένα απόλυτο κενό. Κάτι τέτοιο σε κάθε χαρακτήρα τρέφει πόνο και απελπισία. Από εκείνες τις μέρες σώθηκε μια μαυρόασπρη, φθαρμένη από τον καιρό φωτογραφία του με έναν εξίσου κοντούλη καθηγητή να κάνουν το θαλασσινό τους μπάνιο σε μια βοτσαλένια παραλία της Λήμνου δίπλα σε κατασκηνώσεις. «Μας έστειλαν για παραθέριση», θα αστειευόταν αργότερα. Ο κοντούλης ο καθηγητής έγινε επιστήθιος φίλος του, καθώς τέτοιες φιλίες βρίσκουν γόνιμα έδαφος για να στεριώσουν μέσα από δυσάρεστες καταστάσεις και την ταλαιπωρία, ψυχική και σωματική, σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης μακριά από τους τόπους και τις οικογένειές τους, το σχολείο και τους μαθητές τους.

Μετά από πολλούς μήνες μιας στείρας και αδιέξοδης, ανώφελης για το καθεστώς, ζημιογόνας για τον κυρ-Γιάννη εξορίας στη Λήμνο, όπου οι μέρες κυλούσαν βαριά με στρατιωτικά καψόνια, εμβατήρια, αποψιλώσεις κι άσκοπες αγγαρείες με δήθεν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, ανάμεσα σε παράλογους και αξιοθρήνητους δικανικούς από καραβανάδες για τους εχθρούς που είχαν ζώσει και επιβουλεύονταν το Έθνος, κυρίως τον δεδομένο κόκκινο, κομμουνιστικό– εξωτερικό και εσωτερικό βεβαίως!, με τον εγωϊσμό του κυρ-Γιάννη πληγωμένο, τον ίδιο σωματικά και κυρίως ψυχικά καταρρακωμένο, ενώπιον του παρουσιάστηκε μια υπαρξιστική επιλογή. Αυτή θα αποφάσιζε τη στροφή που θα έπαιρνε η ζωή του και θα έκρινε το μέλλον του και αυτό της οικογένειας του. Τις ιδέες που ενστερνίστηκε σε κάποια φάση, μέσα στη ζέση του ενθουσιασμού που έφερε η απελευθέρωση, ωστόσο μ’ επιφυλάξεις, μαζί και αμφισβήτηση, χωρίς αυτές οι ιδέες να στοιχειοθετούν μιαν ολοκληρωμένη κοσμοθεωρία κι ένα άκαμπτο δόγμα που θα ασπαζόταν τυφλά, έπρεπε εκείνες να τις απαρνηθεί. Κλήθηκε να διαγράψει τα υπολείμματα τέτοιων ιδεών και οραμάτων και ιδεολογικών συναισθηματισμών από τη συνείδησή του. Υπέγραψε την περίφημη «δήλωση μετάνοιας», που θα σήμαινε και το απολυτήριο από την εξορία και πιστοποιητικό αποκαθαρμένων και υγιών κοινωνικών φρονημάτων. «Ανάνηψε». Δεν στοίχισε τίποτε, δεν ήταν τίποτε. Το κόστος μιας ίσως πνευματικής ταπείνωσης, για ένα στο κάτω-κάτω αδιευκρίνιστο και υποθετικό για τον τόπο του σοσιαλιστικό μέλλον, μηδαμινό. Το κέρδος μιας καινούργιας ζωής παρουσιαζόταν αστραφτερό και ανεκτίμητο. Ένα μεγάλο μέρος της ζωής του επέστρεφε στα χέρια του.

Το αν κατά βάθος προσυπόγραψε κατά λέξη το περιεχόμενο της δήλωσης, από όσο τον γνώρισα στη ζωή μου, δεν το πιστεύω, αλλά κανείς κανενός ταπεινωμένου και καταδιωγμένου ανθρώπου δεν θα μπορούσε να διάβαζε τις σκέψεις εκείνες τις ώρες. Τα συναισθήματα κι η λαχτάρα της επιστροφής θα είχαν κυριεύσει το είναι και τους συλλογισμούς τους. Το πείσμα στο όνομα ενός κινήματος με θολούς στόχους κι ήδη υπό αμφισβήτηση, ακόμα κι από πρώην διακαείς και αφοσιωμένους υποστηριχτές του, η άκαρπη επιμονή για χάρη σύμπλευσης με ένα ρεύμα που κανένας δεν ήξερε κατά που θα έρρεε δεν είχε νόημα. Δεν θα βοηθούσε τον ίδιο και κανέναν γύρω του υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και συσχετισμούς. Δεν υπήρχε ψήγμα ντροπής. Έπραξε κάτι πού δεν έκανε ή δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει η Μαγδαληνή, η οποία κατάληξε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ο κυρ-Γιάννης υπέγραψε για να σώσει τη ζωή του από την εξορία και τη ζωή της οικογένειάς του από τη φτώχια και τον κατατρεγμό. Το ίδιο έπραξαν και οι περισσότεροι σύντροφοι του στρατοπέδου εξορίας στη Λήμνο μαζί του, το ίδιο έπραξε και ο κοντούλης καθηγητής φίλος του, που αργότερα άνοιξε ένα φροντιστήριο στην οδό Μελενίκου. Εκεί όπου, χάριν εκείνης της καρδιακής και αλησμόνητης φιλίας στο μακρινό νησί, βοήθησε και προσέλαβε για λίγο καιρό τη Μάνα μετά την αποφοίτηση της από την Παιδαγωγική Ακαδημία. 

Saturday, August 11, 2018

Γιάννης και Βασιλική - 13 Σύλληψη

Τους «συνεργάτες» και χαφιέδες των Γερμανών τους έσυραν έξω από τα σπίτια τους και τους διαπόμπευσαν στους δρόμους του χωριού. Οι κόρες του κυρ-Γιάννη, σκαρφαλωμένες πάνω στα πρεβάζια των μπροστινών παράθυρων, πίσω από τις γρίλιες των παντζουριών, που τ’ ασφάλιζε για καλό και για κακό η κυρά-Βασιλική, έγιναν μάρτυρες μιας τέτοιας θλιβερής πομπής που πέρασε μπροστά από το σπίτι καθ’ οδόν προς το προαύλιο του σχολείου, σέρνοντας τα πόδια της στο ξερό χώμα του δρόμου και σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης πίσω της. Ο θείος Λεωνίδας, ο μπακάλης, ψηλός και γεροδεμένος αντράκλας, ξεχώριζε και πρωτοστατούσε ανάμεσα σ’ ένα πλήθος συγχωριανών και ανταρτών που τραβολογούσαν κι έσπρωχναν άγαρμπα τους «προδότες» και «δωσίλογους». Η καρδιά των πρώτων χτυπούσε νηφάλια με την προσδοκία για κάποιο δίκιο που εν τέλει θα απονεμόταν, η καρδιά των τελευταίων κόντευε να σπάσει από την αγωνία και τον τρόμο για την τιμωρία που θα ερχόταν, τα πρόσωπα τους είχαν γίνει άσπρα πανιά κάτω από τον ήλιο του χειμωνιάτικου πρωϊνού. Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ δεν αστειεύονταν -το ήξεραν αυτό, οι εκτελέσεις των σπιούνων και χαφιέδων των Γερμανών έδιναν κι έπαιρναν με σύντομες διαδικασίες. Ο κυρ-Γιάννης συμμετείχε σε αυτές τις διαπομπεύσεις με διακριτικό, συγκρατημένο και νουθετητικό τρόπο. Ίσως να οριζόταν ως πρόεδρος, ίσως να κλητευόταν ως μάρτυρας, ίσως -το λιγότερο πιθανόν- να του ανέθεταν το κατηγορητήριο στα λαϊκά δικαστήρια που θα λάμβαναν χώρα στη μικρή πλατεία της κοινότητας. Το τι απέγινε στους «συνεργάτες», που σύρθηκαν κάτω από τα βλέμματα της Μάνας και των αδερφών της, και δικάζονταν εκείνες τις μέρες στη μικρή πλατεία λίγοι δεν έμαθα. Λίγοι γνώριζαν και τα μαρτύρησαν κατόπιν. Η τιμωρία σπάνια ήταν ανάλογη με τα πταίσματα ή τα «εγκλήματα» που διαπράχτηκαν μέσα στη γενικότερη έλλειψη ψυχραιμίας και τα αγριεμένα πάθη της εποχής, όπου τα συναισθήματα κυριαρχούσαν και σαν μαύρο σύννεφο καταιγίδας σκοτείνιαζαν την ήρεμη ανάλυση και λογική. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι στις μικρές, αγροτικές κοινότητες της Μαγνησίας, των Διαβατών και των γύρω χωριών που η «λογοδοσία» στους Γερμανούς θα στοίχισε τη ζωή συγχωριανών τους. Τέτοιοι, αν υπήρξαν, θα παραδόθηκαν στους αντάρτες και θα εκτελέστηκαν πάραυτα. Άλλους με μικροπταίσματα κι ελαφρυντικά, μικρο-σπιούνους ή γλείφτες των κατακτητών που μπαινόβγαιναν για «δουλειές» σε γραφεία και στρατόπεδα, θα τους άφηναν να γυρίσουν στα σπίτια τους, μετά από φωνές και απειλές και το κούνημα του δακτύλου, όπως σε άτακτους μαθητές, ή μετά από φτυσίματα, σπρωξίματα και καρπαζιές, κάποιο ήπιο, υποτίθεται καθαρτικό, δημόσιο λιντσάρισμα.

Οι τοπικοί επίσημοι κύκλοι και αρχές της μετακατοχικής Ελλάδας, απαρτιζόμενες από par excellence αμαθείς και ignoramus, υποτελείς μιας ήδη υποτελούς κι εξαρτημένης πολιτικής εξουσίας, πολλοί ανάμεσά τους φανατικοί, δαιμονισμένοι και παρανοϊκοί, βρήκαν στις διάφορες  «διαφωτιστικές» διαλέξεις του κυρ-Γιάννη, που ήταν επιφανειακές μέχρι και παιδαριώδεις, σχολικού επιπέδου διαλέξεις, ένα έντονο κομμουνιστικό προπαγανδιστικό στοιχείο, και κατ’ επέκταση απειλές στον τρόπο ζωής, μέχρις και τη ζωή τους την ίδια από κάποια σκοτεινή δύναμη υπεράνω, που το ΚΚΕ και ΔΣΕ ήταν το μακρύ της χέρι. Η προπαγάνδα έδινε και έπαιρνε. Τον κατέστησαν συμπαθητικό του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ και του αριστερού κινήματος μετά την απελευθέρωση, αν και ο ίδιος ποτέ δεν υπήρξε ενεργό μέλος του κομματικού πυρήνα εκείνου του κινήματος -που ήταν βέβαια το ΚΚΕ, ο υπ’ αριθμόν ένας μπαμπούλας των, με νύχια και δόντια, συντηρητών του ντόπιου και διεθνούς status quo. Η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» είχε αρκετούς πρώην ΕΑΜίτες και προοδευτικούς -με την ευρύτερη πάντα έννοια του όρου, μαζί με φιλελεύθερους και ανοιχτόμυαλους υπουργούς, και τον τοποθέτησε επιθεωρητή των σχολείων της περιοχής. Ήταν μια προαγωγή. Τα προσόντα τα διέθετε -χωρίς συζήτηση, ενώ αναγνωριζόταν σ’ εκείνο το εν πολλοίς άστατο και ρευστό πολιτικό κλίμα ως «προοδευτικός» και επαγγελματικά «πεφωτισμένος», ως χαρισματικός δάσκαλος, από τους ομόλογους του ή τους λιγοστούς ανθρώπους του κοινωνικού του κύκλου με κάποια παιδεία και μόρφωση. Η παλίρροια της απελευθέρωσης και των προοδευτικών, αριστερών και σοσιαλιστικών οραμάτων που τη συνόδευαν, χάριν στο νέο πολιτικό τοπίο που διαμορφωνόταν μεταπολεμικά, άρχισε, όμως, να υποχωρεί, ένα «κίνημα» με νεφελώδεις ή εξωπραγματικούς να αποσυντίθεται. Οι τότε χαρακτηριζόμενες ως «αντιδραστικές» δυνάμεις έβρισκαν πλέον το κουράγιο τους, ενθαρρυμένοι και παρακινούμενη από τον γνωστό, ξένο παράγοντα, ενώ οι «σφαίρες επιρροής» στη μεταπολεμική μοιρασιά της Ευρώπης είχαν ήδη αποφασιστεί στις ανώτατες κλίμακες της ιεραρχίας του πλανήτη και των μεγάλων δυνάμεων που κέρδισαν τον πόλεμο. Και ξεκίνησαν, χωρίς γνώμονα και μέτρο, με ζήλο και αποφασιστικότητα και λίγους ενδοιασμούς, να προχωρούν στη δική τους αντεπανάσταση, να κερδίζουν γρήγορα έδαφος στα πράγματα και τις συνειδήσεις, στη μοιρασιά του πλούτου και την πάλη των ιδεών. Οι συσχετισμοί μέσα στα «λαϊκά στρώματα», ενός λαού στο σύνολό του κουρασμένου από τον πόλεμο, αστικών πληθυσμών καταρρακωμένων από την ανεργία, την πείνα και τις κακουχίες, με κύρια έγνοια των περισσότερων την επιβίωση στα συντρίμμια και σιγά-σιγά την ανοικοδόμηση, αντί για κάποιο θολό σοσιαλιστικό μέλλον, άλλαζαν ραγδαία. Αυτόπτες μάρτυρες των «διαφωτιστικών» ομιλιών του παππού, της άλλης όχθης που γρήγορα έστηνε αναχώματα και περνούσε στην αντεπίθεση, υπήρχαν και παραμόνευαν από πολλές γωνιές της ντόπιας κοινωνίας: αστυνομικοί, καταδότες, φοβισμένοι ή λαδωμένοι χαφιέδες, εκδικητικοί πρώην συνεργάτες και μαυραγορίτες, θύματα διαπομπεύσεων από τους αντάρτες.  

 Ένα βράδι του 1947, αργά, με τον Εμφύλιο πόλεμο να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα του σπιτικού της Μαγνησίας. Οι βρόντοι αργά το βράδυ από ασφαλίτες παρουσιάστηκαν στην οικογενειακή ζωή σαν ένα, κατά κάποιο τρόπο, γεγονός αναπόφευκτο στην ιστορική συγκυρία, μοιραία κατάληξη υπό τις συνθήκες και τη μέχρι τότε δράση του παππού. Τον κυρ-Γιάννη τον είχαν ήδη γραμμένο στα μαύρα κατάστιχα κάποιοι, είτε εκδικητικοί, είτε «νομιμόφρονες» τύποι, χωρίς απόψεις και ιδεολογία, άνθρωποι χωρίς πολιτική σκέψη και συνείδηση, apolitique σκιές κάθε καθεστώτος, για πολλούς οι «χρήσιμοι ηλίθιοι» που συμπλέουν με όσους κάθονται κάθε φορά στην εξουσία. Άλλωστε, και η πολιτική εξουσία θα ήθελε να στερεωθεί καλά πάνω στο βάθρο που την ανέβασαν, να εξανεμίσει τις μικρές ή μεγάλες, πραγματικές ή υποθετικές απειλές που θα την αμφισβητούσαν. Καταδότες και χαφιέδες υπήρχαν ασφαλώς αρκετοί εκεί γύρω, και μάλιστα συγκεκριμένοι και σεσημασμένοι στις συνειδήσεις των απλών ανθρώπων. Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων, μέσα από τους ψίθυρους που ακολούθησαν τη σύλληψη του παππού, κάποιος Χατζηθεοφάνου, οδηγός πούλμαν, ένας Ιωσηφίδης -κι αυτός οδηγός λεωφορείου, ενώ ένας άλλος γνωστός χαφιές, ενώ ένας συγκεκριμένος Γραμμένος, ιδιοκτήτης του καφενείου-σφαιριστηρίου της  διασταύρωσης, ήταν κεντρική φιγούρα και κρίκος σε τέτοιας λογής καταδόσεις και μηχανορραφίες -χάριν στην στρατηγική θέση και την πολυλογία των πιωμένων του καφενείου του και, φυσικά, καλές σχέσεις με την τοπική αστυνομία. Όλοι τους σκοτεινές φυσιογνωμίες που μουλωχτά «επιβεβαίωσαν» στα πρόθυμα κι αυτάρεσκα αυτιά της Ασφάλειας, μιαν δήθεν φιλοκομμουνιστική, προπαγανδιστική δράση του παππού.

Τα κορίτσια κοιμόντουσαν εκείνο το βράδυ που βρόντηξε η πόρτα, αλλά τα χτυπήματα και η αναμπουμπούλα που ακολούθησε τα ξύπνησε. Ο κυρ-Γιάννης ήταν στις πιτζάμες του, η κυρά-Βασιλική στη νυχτικιά της, λίγο μετά την ώρα του δικού τους βραδινού γεύματος. Όλα έγιναν ψυχρά και ακαριαία. Ένας ασφαλίτης με τουφέκι στον ώμο, τον περιμάζεψε, όπως ήταν με τις πιτζάμες, άρον-άρον και χωρίς πολλές κουβέντες και απειλές, προς το Τζέημς που η μηχανή του κροτάλιζε απ’ έξω, μπροστά από την ακακία στην άκρη της μικρής μπροστινής αυλής και τα τρία τσιμεντένια σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην εξώπορτα, ενώ τα κορίτσια του Γιάννη έντρομα παρακολουθούσαν το όλο σκηνικό από τη χαραμάδα της πόρτας του δωματίου τους, σαστισμένες, χωρίς να έχουν ιδέα για το τι συνέβαινε, χωρίς να τολμούν να ξεπροβάλλουν να ρωτήσουν. Η κυρά-Βασιλική έμεινε σύξυλη κι άλαλη, από ξάφνιασμα και φόβο, αλλά πρόλαβε κι έριξε στην πλάτη του άντρα της μια από τις μάλλινες ζακέτες που του είχε πλέξει. Ήταν αρκετά δυνατή γυναίκα για υστερίες και οδυρμούς, και θα στεκόταν αγέρωχη και στέρεα σαν βράχος, μαζί με τους γέρους γονείς της στην αυλή και τον μπαχτσέ παραδίπλα, εν όψει των δύσκολων, αβέβαιων και ταραγμένων, ημερών και μηνών, ίσως και χρόνων, που θα ακολουθούσαν. Κανείς από την οικογένεια δεν είχε επίγνωση του πως και γιατί συνέβαιναν όλα αυτά, έτσι αναπάντεχα, ούτε το τι θα ακολουθούσε, που θα τον πήγαιναν, τι θα του έκαναν. Ούτε κανείς του ήξερε ποια πορεία θα ακολουθούσε η ζωή τους από κείνη τη στιγμή και πόσο θα διαρκούσε αυτή η πορεία στα σκοτάδια. Δεν υπήρχε μπούσουλας: πατέρας, μάνα και κόρες, χωρίς το μισθό του κυρ-Γιάννη, οικογένεια και σπιτικό επί ξύλου πλέον κρεμάμενα.

Το Τζέημς του στρατού χάθηκε στα σκοτάδια της νύχτας, χωρίς πολλοί γείτονες να έχουν πάρει είδηση περί τίνος επρόκειτο εκείνο το επεισόδιο. Μαζί με μερικούς άλλους από τα κατάστιχα της ασφάλειας που περιμάζεψαν καθ’ οδόν, τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Ολύμπου, στην παλιά Λαχαναγορά της Θεσσαλονίκης κοντά στο Διοικητήριο. Τον φυλάκισαν σε ένα υπόγειο κελί, ένα «μπουντρούμι» όπως το χαρακτήρισε η κυρά-Βασιλική, που τον επισκεπτόταν με το καλαθάκι και μερικά τρόφιμα τις μέρες της κράτησης. Ένα μικρό παράθυρο του υπόγειου κελιού που έβλεπε προς τα πάνω, σ’ έναν ανυψωμένο διάδρομο, άνοιγε στη διάρκεια του επισκεπτηρίου για μερικές κουβέντες με τη Βασιλική και τη μεγάλη κόρη, την Αλίκη. Για τα μικρά κορίτσια και τον παρθένο συναισθηματικό τους κόσμο, το περιβάλλον και οι συνθήκες κράτησης, τα άγρια πρόσωπα των ασφαλιτών, οι αγριεμένες και τραχείς φυσιογνωμίες των φυλακισμένων, το θέαμα που ο παρουσίαζε ο πατέρας που ήξεραν και έφυγε ένα βράδυ, δεν ενδεικνύονταν.