Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
Καθημερινά στη ζωή μας σημαντικό μέρος του σταθερού και μεταβλητού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου, που συντίθεται από προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλακτικής αξίας Α(t) όπως περιεγράφηκε παραπάνω, τίθεται σε κίνηση, εμπλέκοντας διαρκείς και πολλαπλούς μετασχηματισμούς της ανταλλακτικής αξίας εμπορευμάτων σε χρήμα, του χρήματος από κέρδη και εισοδήματα σε προϊόντα και υπηρεσίες, [Α(t)→Μ(t)→A(t+Δt)→Μ´(t+Δt) →…], και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η παραγωγική κίνηση της κοινωνίας είναι συνεχής και ακατάπαυστη, με σκαμπανεβάσματα, όπως αναλύθηκε αλλού, που αντιστοιχούν σε περιόδους ύφεσης, ανάκαμψης, ανάπτυξης, επιβράδυνσης, κτλ. Η καπιταλιστική παραγωγή «αυθόρμητα» εισέρχεται και εξέρχεται αυτές τις φάσεις, υπό την επίδραση κυρίως ενδογενών δυνάμεων, δυνάμεων που αναπτύσσονται εντός της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας. Ανά πάσα στιγμή, το κοινωνικό προϊόν που παράγεται αναλώνεται είτε διαμέσου των εισοδημάτων των μελών της κοινωνίας [μέρους του χρήματος Μ(t), δηλαδή της έκφρασης του κοινωνικού προϊόντος σε χρήμα] σε αγαθά διάφορης διάρκειας ζωής (από υπηρεσίες και αναλώσιμα, μέχρι αυτοκίνητα, σπίτια, κτλ.), είτε αναλώνεται εντός της παραγωγικής διαδικασίας (αναπλήρωση μέσων παραγωγής και πρώτων υλών, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε αποταμιεύεται για ετεροχρονισμένες δαπάνες. Ασφαλώς, ένα μέρος του Α(t) (όπως και του Μ(t)) ανταλλάσσεται με αγαθά ή και χρήμα ισοδύναμης αξίας, μέσω του εξωτερικού εμπορίου αγαθών και άλλων διεθνικών συναλλαγών.
Σε ιδεατές συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, μη επέκτασης ή συρρίκνωσης της παραγωγικής χωρητικότητας και του όγκου παραγωγής, και σταθερών δημογραφικών παραμέτρων, η αξία Α(t) θα διατηρείται σταθερή με το χρόνο, ο όγκος και σύνθεση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται θα ισοδυναμεί με αυτό που καταναλώνεται ή φθείρεται και συντηρείται ή αποσβένεται και σταδιακά αναπληρώνεται. (Οι τελευταίες δύο κατηγορίες αντιστοιχούν σε υποδομές ή μέσα παραγωγής ή αγαθά μεγάλης διαρκείας ζωής). Το ίδιο δεν ισχύει και για το χρήμα που προκύπτει από την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς ένα σημαντικό μέρος του συνίσταται από μικτό καπιταλιστικό κέρδος ή υπεραξία μείον το σταθερό μέρος του κεφαλαίου που αναλώνεται στην παραγωγή και το κόστος εργασίας (ή, με άλλα λόγια, η πραγματοποιημένη αξία μείον το κόστος παραγωγής). Ένα μέρος αυτού του μικτού καπιταλιστικού κέρδους αναδιανέμεται: (α) σε μερίσματα στους μετόχους της εκάστης επιχείρησης· (β) σε φόρους προς το κράτος -που από τη μεριά τους αναλώνονται σε ένα τμήμα του κοινωνικού προϊόντος, είτε άμεσα (κρατικές προμήθειες, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε έμμεσα δια μέσου της μισθοδοσίας μη παραγωγικών εργαζομένων, υπαλλήλων της κρατικής, δικονομικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικών, αστυνομικών, κτλ. είτε, επίσης έμμεσα, δια μιας εισοδηματικής αναδιανομής εις «είδος» με τη μορφή υπηρεσιών και κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες του κράτους, π.χ. υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλειας, επιδόματα ανεργίας, κοινωνική πρόνοια, κτλ.)· (γ) σε ενοίκια και τόκους – που μεταφράζονται σε κέρδη και εισοδήματα των κατόχων κεφαλαίων και των εργαζομένων υπό αυτά στο χώρο του estate και τον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας· (δ) σε κέρδη και μισθούς του εμπορικού τομέα, στο βαθμό που αυτός δεν προσθέτει αξία στο τελικό προϊόν, αλλά υπηρετεί το παραγωγικό κεφάλαιο και ενεργεί ως διαμεσολαβητής στη «πραγματοποίηση» της αξίας· (ε) σε βοηθητικές-μη παραγωγικές, αν και αναγκαίες για το κεφάλαιο, δραστηριότητες (management, marketing, consultancy, απευθείας πωλήσεις, ασφάλεια, κτλ.), από το ίδιο το κεφάλαιο για λογαριασμό του· (ζ) ακόμα και στους ίδιους τους εργαζομένους (με αυξήσεις μισθών, μπόνους, κτλ.), συνήθως σε αναλογία με τη θέση τους στην ιεραρχία της παραγωγικής διαδικασίας.
Το καθαρό κέρδος των επιχειρήσεων μείον την απόσβεση σταθερών στοιχείων του κεφαλαίου, η εναπομένουσα υπεραξία, συσσωρεύεται σε χρηματική μορφή με την προοπτική της επέκτασης της παραγωγής, επενδύσεων εντός και εκτός της επιχείρησης, ή και της διανομής της στο μέλλον ως ρευστό στους ιδιοκτήτες και μετόχους της επιχείρησης. Επίσης, είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι το μέρος της πραγματοποιημένης αξίας Μ(t) που μεταφράζεται σε εισοδήματα κάθε λογής (μισθοί εργαζομένων υπαγομένων στις διάφορες μορφές παραγωγικών ή μη κεφαλαίων, μερίσματα, μισθοί κρατικών υπαλλήλων, κτλ.) είτε αναλώνεται άμεσα, είτε αποταμιεύεται με την προοπτική μελλοντικής κατανάλωσης. Είναι φανερό ότι οι αυξομειούμενοι ρυθμοί των σχετικών ποσοστών αποταμίευσης ως προς το εισόδημα, από την προδιάθεση της κοινωνίας να καταναλώσει άμεσα ή να αποταμιεύσει (μια κοινωνική ψυχολογία επηρεαζόμενη από την ανάδραση που εξασκούν οικονομικά και πολιτικά γεγονότα) θα επιδρούν στην εκτροπή από την ισορροπία του παραγωγικού συστήματος. Δυνάμεις εκτροπής από μια κατάσταση ισορροπίας εξασκούν επίσης: πληθυσμιακές ανακατατάξεις, στο βαθμό που αυξομειώσεις του πληθυσμού και εισοδημάτων δεν συμβαδίζει με αυξομειώσεις στον όγκο της παραγωγής· απότομες μεταβολές στην ποσότητα και προσφορά του χρήματος και τις ισοδυναμίες νομισμάτων που επηρεάζουν το εξωτερικό εμπόριο· στο κόστος παραγωγής και, για διάφορους λόγους, της ανταλλακτικής αξίας καίριων στοιχείων διαβίωσης και καθημερινότητας (διατροφή, ενέργεια, κτλ.)
Συμπερασματικά, κάτω από συνθήκες οικονομικής και πληθυσμιακής ισορροπίας, προκύπτει από την παραπάνω διάσπαση της πραγματοποιημένης αξίας και υπεραξίας ότι ο ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου συμβαδίζει με το μέσο ποσοστό του καθαρού καπιταλιστικού κέρδους, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού, χρηματοπιστωτικού και κρατικού κεφαλαίου. Το καθαρό κέρδος και το εισόδημα πολιτών που δεν καταναλώνεται άμεσα, αλλά αποταμιεύεται με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, είτε ανακυκλώνεται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε δανεισμό για επενδύσεις (συντήρηση και επέκταση της παραγωγής) και κατανάλωση, είτε συσσωρεύεται κυρίως ως αποθέματα χρήματος και καθαρά κεφάλαια τραπεζών.
Καθημερινά στη ζωή μας σημαντικό μέρος του σταθερού και μεταβλητού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου, που συντίθεται από προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλακτικής αξίας Α(t) όπως περιεγράφηκε παραπάνω, τίθεται σε κίνηση, εμπλέκοντας διαρκείς και πολλαπλούς μετασχηματισμούς της ανταλλακτικής αξίας εμπορευμάτων σε χρήμα, του χρήματος από κέρδη και εισοδήματα σε προϊόντα και υπηρεσίες, [Α(t)→Μ(t)→A(t+Δt)→Μ´(t+Δt) →…], και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η παραγωγική κίνηση της κοινωνίας είναι συνεχής και ακατάπαυστη, με σκαμπανεβάσματα, όπως αναλύθηκε αλλού, που αντιστοιχούν σε περιόδους ύφεσης, ανάκαμψης, ανάπτυξης, επιβράδυνσης, κτλ. Η καπιταλιστική παραγωγή «αυθόρμητα» εισέρχεται και εξέρχεται αυτές τις φάσεις, υπό την επίδραση κυρίως ενδογενών δυνάμεων, δυνάμεων που αναπτύσσονται εντός της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας. Ανά πάσα στιγμή, το κοινωνικό προϊόν που παράγεται αναλώνεται είτε διαμέσου των εισοδημάτων των μελών της κοινωνίας [μέρους του χρήματος Μ(t), δηλαδή της έκφρασης του κοινωνικού προϊόντος σε χρήμα] σε αγαθά διάφορης διάρκειας ζωής (από υπηρεσίες και αναλώσιμα, μέχρι αυτοκίνητα, σπίτια, κτλ.), είτε αναλώνεται εντός της παραγωγικής διαδικασίας (αναπλήρωση μέσων παραγωγής και πρώτων υλών, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε αποταμιεύεται για ετεροχρονισμένες δαπάνες. Ασφαλώς, ένα μέρος του Α(t) (όπως και του Μ(t)) ανταλλάσσεται με αγαθά ή και χρήμα ισοδύναμης αξίας, μέσω του εξωτερικού εμπορίου αγαθών και άλλων διεθνικών συναλλαγών.
Σε ιδεατές συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, μη επέκτασης ή συρρίκνωσης της παραγωγικής χωρητικότητας και του όγκου παραγωγής, και σταθερών δημογραφικών παραμέτρων, η αξία Α(t) θα διατηρείται σταθερή με το χρόνο, ο όγκος και σύνθεση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται θα ισοδυναμεί με αυτό που καταναλώνεται ή φθείρεται και συντηρείται ή αποσβένεται και σταδιακά αναπληρώνεται. (Οι τελευταίες δύο κατηγορίες αντιστοιχούν σε υποδομές ή μέσα παραγωγής ή αγαθά μεγάλης διαρκείας ζωής). Το ίδιο δεν ισχύει και για το χρήμα που προκύπτει από την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς ένα σημαντικό μέρος του συνίσταται από μικτό καπιταλιστικό κέρδος ή υπεραξία μείον το σταθερό μέρος του κεφαλαίου που αναλώνεται στην παραγωγή και το κόστος εργασίας (ή, με άλλα λόγια, η πραγματοποιημένη αξία μείον το κόστος παραγωγής). Ένα μέρος αυτού του μικτού καπιταλιστικού κέρδους αναδιανέμεται: (α) σε μερίσματα στους μετόχους της εκάστης επιχείρησης· (β) σε φόρους προς το κράτος -που από τη μεριά τους αναλώνονται σε ένα τμήμα του κοινωνικού προϊόντος, είτε άμεσα (κρατικές προμήθειες, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε έμμεσα δια μέσου της μισθοδοσίας μη παραγωγικών εργαζομένων, υπαλλήλων της κρατικής, δικονομικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικών, αστυνομικών, κτλ. είτε, επίσης έμμεσα, δια μιας εισοδηματικής αναδιανομής εις «είδος» με τη μορφή υπηρεσιών και κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες του κράτους, π.χ. υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλειας, επιδόματα ανεργίας, κοινωνική πρόνοια, κτλ.)· (γ) σε ενοίκια και τόκους – που μεταφράζονται σε κέρδη και εισοδήματα των κατόχων κεφαλαίων και των εργαζομένων υπό αυτά στο χώρο του estate και τον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας· (δ) σε κέρδη και μισθούς του εμπορικού τομέα, στο βαθμό που αυτός δεν προσθέτει αξία στο τελικό προϊόν, αλλά υπηρετεί το παραγωγικό κεφάλαιο και ενεργεί ως διαμεσολαβητής στη «πραγματοποίηση» της αξίας· (ε) σε βοηθητικές-μη παραγωγικές, αν και αναγκαίες για το κεφάλαιο, δραστηριότητες (management, marketing, consultancy, απευθείας πωλήσεις, ασφάλεια, κτλ.), από το ίδιο το κεφάλαιο για λογαριασμό του· (ζ) ακόμα και στους ίδιους τους εργαζομένους (με αυξήσεις μισθών, μπόνους, κτλ.), συνήθως σε αναλογία με τη θέση τους στην ιεραρχία της παραγωγικής διαδικασίας.
Το καθαρό κέρδος των επιχειρήσεων μείον την απόσβεση σταθερών στοιχείων του κεφαλαίου, η εναπομένουσα υπεραξία, συσσωρεύεται σε χρηματική μορφή με την προοπτική της επέκτασης της παραγωγής, επενδύσεων εντός και εκτός της επιχείρησης, ή και της διανομής της στο μέλλον ως ρευστό στους ιδιοκτήτες και μετόχους της επιχείρησης. Επίσης, είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι το μέρος της πραγματοποιημένης αξίας Μ(t) που μεταφράζεται σε εισοδήματα κάθε λογής (μισθοί εργαζομένων υπαγομένων στις διάφορες μορφές παραγωγικών ή μη κεφαλαίων, μερίσματα, μισθοί κρατικών υπαλλήλων, κτλ.) είτε αναλώνεται άμεσα, είτε αποταμιεύεται με την προοπτική μελλοντικής κατανάλωσης. Είναι φανερό ότι οι αυξομειούμενοι ρυθμοί των σχετικών ποσοστών αποταμίευσης ως προς το εισόδημα, από την προδιάθεση της κοινωνίας να καταναλώσει άμεσα ή να αποταμιεύσει (μια κοινωνική ψυχολογία επηρεαζόμενη από την ανάδραση που εξασκούν οικονομικά και πολιτικά γεγονότα) θα επιδρούν στην εκτροπή από την ισορροπία του παραγωγικού συστήματος. Δυνάμεις εκτροπής από μια κατάσταση ισορροπίας εξασκούν επίσης: πληθυσμιακές ανακατατάξεις, στο βαθμό που αυξομειώσεις του πληθυσμού και εισοδημάτων δεν συμβαδίζει με αυξομειώσεις στον όγκο της παραγωγής· απότομες μεταβολές στην ποσότητα και προσφορά του χρήματος και τις ισοδυναμίες νομισμάτων που επηρεάζουν το εξωτερικό εμπόριο· στο κόστος παραγωγής και, για διάφορους λόγους, της ανταλλακτικής αξίας καίριων στοιχείων διαβίωσης και καθημερινότητας (διατροφή, ενέργεια, κτλ.)
Συμπερασματικά, κάτω από συνθήκες οικονομικής και πληθυσμιακής ισορροπίας, προκύπτει από την παραπάνω διάσπαση της πραγματοποιημένης αξίας και υπεραξίας ότι ο ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου συμβαδίζει με το μέσο ποσοστό του καθαρού καπιταλιστικού κέρδους, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού, χρηματοπιστωτικού και κρατικού κεφαλαίου. Το καθαρό κέρδος και το εισόδημα πολιτών που δεν καταναλώνεται άμεσα, αλλά αποταμιεύεται με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, είτε ανακυκλώνεται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε δανεισμό για επενδύσεις (συντήρηση και επέκταση της παραγωγής) και κατανάλωση, είτε συσσωρεύεται κυρίως ως αποθέματα χρήματος και καθαρά κεφάλαια τραπεζών.