Saturday, September 16, 2017

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Β)

Η ΣΥΣΣΩΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ 

Καθημερινά στη ζωή μας σημαντικό μέρος του σταθερού και μεταβλητού μέρους του κοινωνικού κεφαλαίου, που συντίθεται από προϊόντα και υπηρεσίες ανταλλακτικής αξίας Α(t) όπως περιεγράφηκε παραπάνω, τίθεται σε κίνηση,  εμπλέκοντας διαρκείς και πολλαπλούς μετασχηματισμούς της ανταλλακτικής αξίας εμπορευμάτων σε χρήμα, του χρήματος από κέρδη και εισοδήματα σε προϊόντα και υπηρεσίες, [Α(t)Μ(t)A(tt)Μ´(tt) …], και ούτω καθ’ εξής. Αυτή η παραγωγική κίνηση της κοινωνίας είναι συνεχής και ακατάπαυστη, με σκαμπανεβάσματα, όπως αναλύθηκε αλλού, που αντιστοιχούν σε περιόδους ύφεσης, ανάκαμψης, ανάπτυξης, επιβράδυνσης, κτλ. Η καπιταλιστική παραγωγή «αυθόρμητα» εισέρχεται και εξέρχεται αυτές τις φάσεις, υπό την επίδραση κυρίως ενδογενών δυνάμεων, δυνάμεων που αναπτύσσονται εντός της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας. Ανά πάσα στιγμή, το κοινωνικό προϊόν που παράγεται αναλώνεται είτε διαμέσου των εισοδημάτων των μελών της κοινωνίας [μέρους του χρήματος Μ(t), δηλαδή της έκφρασης του κοινωνικού προϊόντος σε χρήμα] σε αγαθά διάφορης διάρκειας ζωής (από υπηρεσίες και αναλώσιμα, μέχρι αυτοκίνητα, σπίτια, κτλ.), είτε αναλώνεται εντός της παραγωγικής διαδικασίας (αναπλήρωση μέσων παραγωγής και πρώτων υλών, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε αποταμιεύεται για ετεροχρονισμένες δαπάνες. Ασφαλώς, ένα μέρος του Α(t) (όπως και του Μ(t)) ανταλλάσσεται με αγαθά ή και χρήμα ισοδύναμης αξίας, μέσω του εξωτερικού εμπορίου αγαθών και άλλων διεθνικών συναλλαγών.

Σε ιδεατές συνθήκες ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης, μη επέκτασης ή συρρίκνωσης της παραγωγικής χωρητικότητας και του όγκου παραγωγής, και σταθερών δημογραφικών παραμέτρων, η αξία Α(t) θα διατηρείται σταθερή με το χρόνο, ο όγκος και σύνθεση του κοινωνικού προϊόντος που παράγεται θα ισοδυναμεί με αυτό που καταναλώνεται ή φθείρεται και συντηρείται ή αποσβένεται και σταδιακά αναπληρώνεται. (Οι τελευταίες δύο κατηγορίες αντιστοιχούν σε υποδομές ή μέσα παραγωγής ή αγαθά μεγάλης διαρκείας ζωής). Το ίδιο δεν ισχύει και για το χρήμα που προκύπτει από την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς ένα σημαντικό μέρος του συνίσταται από μικτό καπιταλιστικό κέρδος ή υπεραξία μείον το σταθερό μέρος του κεφαλαίου που αναλώνεται στην παραγωγή και το κόστος εργασίας (ή, με άλλα λόγια, η πραγματοποιημένη αξία μείον το κόστος παραγωγής). Ένα μέρος αυτού του μικτού καπιταλιστικού κέρδους αναδιανέμεται: (α) σε μερίσματα στους μετόχους της εκάστης επιχείρησης· (β) σε φόρους προς το κράτος -που από τη μεριά τους αναλώνονται σε ένα τμήμα του κοινωνικού προϊόντος, είτε άμεσα (κρατικές προμήθειες, συντήρηση υποδομών, κτλ.), είτε έμμεσα δια μέσου της μισθοδοσίας μη παραγωγικών εργαζομένων, υπαλλήλων της κρατικής, δικονομικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικών, αστυνομικών, κτλ. είτε, επίσης έμμεσα, δια μιας εισοδηματικής αναδιανομής εις «είδος» με τη μορφή υπηρεσιών και κοινωνικών υπηρεσιών προς τους πολίτες του κράτους, π.χ. υπηρεσίες παιδείας, υγείας, πρόνοιας, ασφάλειας, επιδόματα ανεργίας, κοινωνική πρόνοια, κτλ.)· (γ) σε ενοίκια και τόκους – που μεταφράζονται σε κέρδη και εισοδήματα των κατόχων κεφαλαίων και των εργαζομένων υπό αυτά στο χώρο του estate και τον χρηματοπιστωτικό τομέα της οικονομίας· (δ) σε κέρδη και μισθούς του εμπορικού τομέα, στο βαθμό που αυτός δεν προσθέτει αξία στο τελικό προϊόν, αλλά υπηρετεί το παραγωγικό κεφάλαιο και ενεργεί ως διαμεσολαβητής στη «πραγματοποίηση» της αξίας· (ε) σε βοηθητικές-μη παραγωγικές, αν και αναγκαίες για το κεφάλαιο, δραστηριότητες (management, marketing, consultancy, απευθείας πωλήσεις, ασφάλεια, κτλ.), από το ίδιο το κεφάλαιο για λογαριασμό του· (ζ) ακόμα και στους ίδιους τους εργαζομένους (με αυξήσεις μισθών, μπόνους, κτλ.), συνήθως σε αναλογία με τη θέση τους στην ιεραρχία της παραγωγικής διαδικασίας. 

Το καθαρό κέρδος των επιχειρήσεων μείον την απόσβεση σταθερών στοιχείων του κεφαλαίου, η εναπομένουσα υπεραξία, συσσωρεύεται σε χρηματική μορφή με την προοπτική της επέκτασης της παραγωγής, επενδύσεων εντός και εκτός της επιχείρησης, ή και της διανομής της στο μέλλον ως ρευστό στους ιδιοκτήτες και μετόχους της επιχείρησης. Επίσης, είναι λογικό να θεωρήσουμε ότι το μέρος της πραγματοποιημένης αξίας Μ(t) που μεταφράζεται σε εισοδήματα κάθε λογής (μισθοί εργαζομένων υπαγομένων στις διάφορες μορφές παραγωγικών ή μη κεφαλαίων, μερίσματα, μισθοί κρατικών υπαλλήλων, κτλ.) είτε αναλώνεται άμεσα, είτε αποταμιεύεται με την προοπτική μελλοντικής κατανάλωσης. Είναι φανερό ότι οι αυξομειούμενοι ρυθμοί των σχετικών ποσοστών αποταμίευσης ως προς το εισόδημα, από την προδιάθεση της κοινωνίας να καταναλώσει άμεσα ή να αποταμιεύσει (μια κοινωνική ψυχολογία επηρεαζόμενη από την ανάδραση που εξασκούν οικονομικά και πολιτικά γεγονότα) θα επιδρούν στην εκτροπή από την ισορροπία του παραγωγικού συστήματος. Δυνάμεις εκτροπής από μια κατάσταση ισορροπίας εξασκούν επίσης: πληθυσμιακές ανακατατάξεις, στο βαθμό που αυξομειώσεις του πληθυσμού και εισοδημάτων δεν συμβαδίζει με αυξομειώσεις στον όγκο της παραγωγής· απότομες μεταβολές στην ποσότητα και προσφορά του χρήματος και τις ισοδυναμίες νομισμάτων που επηρεάζουν το εξωτερικό εμπόριο· στο κόστος παραγωγής και, για διάφορους λόγους, της ανταλλακτικής αξίας καίριων στοιχείων διαβίωσης και καθημερινότητας (διατροφή, ενέργεια, κτλ.) 

Συμπερασματικά, κάτω από συνθήκες οικονομικής και πληθυσμιακής ισορροπίας, προκύπτει από την παραπάνω διάσπαση της πραγματοποιημένης αξίας και υπεραξίας ότι ο ρυθμός συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου συμβαδίζει με το μέσο ποσοστό του καθαρού καπιταλιστικού κέρδους, συμπεριλαμβανομένου και του εμπορικού, χρηματοπιστωτικού και κρατικού κεφαλαίου. Το καθαρό κέρδος και το εισόδημα πολιτών που δεν καταναλώνεται άμεσα, αλλά αποταμιεύεται με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, είτε ανακυκλώνεται από το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, σε δανεισμό για επενδύσεις (συντήρηση και επέκταση της παραγωγής) και κατανάλωση, είτε συσσωρεύεται κυρίως ως αποθέματα χρήματος και καθαρά κεφάλαια τραπεζών.

Ιστορικές Τάσεις στον Καπιταλισμό - 4 Το κοινωνικό κεφάλαιο (Α)

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΗ

Ως κοινωνικό κεφάλαιο (Κ) μιας κοινωνίας ορίζω τη συνολική αξία που προκύπτει από το άθροισμα: (1) Ενός σταθερού ή «ανόργανου» μέρους, έστω C, και που αποτελεί ιδιοκτησία ατομικών ή συμμετοχικών κεφαλαίων, του κράτους και των πολιτών του, και περιλαμβάνει καλλιεργημένες εκτάσεις ή αξιοποιημένους υπεδάφιους, γήινους και θαλάσσιους και υποθαλάσσιους πόρους, και την ιστορικά αποκρυσταλλωμένη εργασία σε κάθε λογής υποδομές, εγκαταστάσεις, μηχανήματα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, πρώτες ύλες, αποθέματα finished goods επιχειρήσεων, ενεργειακά αποθέματα, αγαθά που δεν καταναλώνονται άμεσα, όπως οι κατοικίες κι ο εξοπλισμός τους, αυτοκίνητα και άλλα μεταφορικά μέσα, κτλ που βρίσκονται υπό καθεστώς ατομικής ιδιοκτησίας. (2) Ενός μεταβλητού (ή «οργανικού» ή ζωντανού) μέρους, έστω Ε, που η εργασιακή ισχύς του παραγωγικά ενεργού μέρους του πληθυσμού της αντιπροσωπεύει, δηλαδή το «ανθρώπινο» κεφάλαιο της, τη φυσική της δύναμή, τις επιδεξιότητες, ταλέντα, γνώσεις, που αυτή συμπεριλαμβάνει, και δυνητικά ενσωματώνεται στην παραγωγή αγαθών. (3) Η διαφορά σε χρήμα οποιασδήποτε μορφής των αποταμιεύσεων μείον του χρέους πολιτών, επιχειρήσεων και κράτους, που μπορεί να ανταλλαχθεί με αγαθά ή πολύτιμα μέταλλα ή άλλα «σκληρά» νομίσματα εντός ή εκτός της κοινωνίας, έστω Δ1. Καθώς, στον καπιταλισμό, θεματοφύλακες της διακίνησης του χρήματος είναι οι τράπεζες, οι οποίες δανείζουν σε επιχειρήσεις, πολίτες και το κράτος για επενδύσεις και κατανάλωση, από τις καταθέσεις, τά δάνεια σε αυτές, των επιχειρήσεων, των πολιτών και του κράτους η διαφορά Δ1 θα αντιστοιχεί, στο μέγιστο μέρος της, στα χρηματικά αποθέματα και χρηματικά αντικείμενα που βρίσκονται στην τράπεζες εκτός κυκλοφορίας ή στα ρευστά net asset value των τραπεζών. (4) Τη διαφορά πίστης και χρέους με άλλα κράτη, των πολιτών, επιχειρήσεων και κράτους, έστω Δ2. Συμβολικά, λοιπόν: Κ=C+E+(Δ12).

Στο κοινωνικό κεφάλαιο θα πρόσθετα την εμπορεύσιμη ή ανταλλάξιμη ή άμεσα ενσωματώσιμη γνώση και τεχνολογία από επιχειρήσεις, οργανισμούς, και τους πολίτες της, που συσσωρεύθηκε εντός των ορίων της και αποτελεί intellectual property της, αν και, σε γενικές γραμμές, αυτή η γνώση, μαζί με το know how, την εμπειρία σε διάφορες ειδικότητες εργασίες, τα εμπορεύσιμα ταλέντα, κτλ. αντικατοπτρίζονται στην ανταλλακτική αξία αυτού που ορίζουμε ως εργασιακή ισχύ

Η ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΙΣΧΥΣ ΩΣ ΜΕΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ 

Το κομμάτι C είναι γενικά μετρήσιμο, σε όγκο και ανταλλακτική αξία. Ανά πάσα χρονική στιγμή, σε κάθε μονάδα όγκου, βάρους ή χρόνου, προϊόντος ή υπηρεσίας, προσάπτεται μια τιμή που καθορίζεται από την εσωτερική και εξωτερική αγορά× το μονεταριστικό άθροισμα των στοιχείων του αντιστοιχίζεται στον υλικό πλούτο μιας κοινωνίας. Μερικά, όμως, παραπάνω λόγια για το κομμάτι (2) του κοινωνικού κεφαλαίου, την εργασιακή ισχύ που ο πληθυσμός μιας κοινωνία παρέχει και εξασκεί προς τη δημιουργία αυτού του πλούτου και αξίας, και εν τέλει τη μεγέθυνση του κοινωνικού κεφαλαίου. Η ανταλλακτική αξία (ή natural price, κατά τους Ricardo και Smith) της εργασιακής ισχύος συγκεκριμενοποιείται και βρίσκει την ποσοτική έκφραση στην τιμή της, δηλαδή το μισθό της, που καθορίζεται από την αγορά. Όπως σε βασικές και γενικές γραμμές ορίζεται από τους κλασσικούς της πολιτικής οικονομίας: “the natural price of labour is that price which is necessary to enable the labourers, one with another, to subsist and to perpetuate their race, without either increase or diminution” [Ricardo, 1817]. Στο σύγχρονο καπιταλισμό αυτή η «αναπαραγωγή» εξειδικευμένης και σε μεγάλο βαθμό πνευματικής εργασιακής ισχύος, προϋποθέτει εκπαίδευση και ψυχική, πνευματική και σωματική υγεία, ενώ η αξία μιας ατομικής εργασιακής ισχύος θα είναι ανάλογη των γνώσεων, των επιδιεξιοτήτων και ταλέντων, της υγείας του εργαζόμενου, και συνδυασμού των παραπάνω στοιχείων, ανάλογα με την εξειδικευμένη απασχόληση του στον καταμερισμό εργασίας. Στην καθημερινότητα, βέβαια, η τιμή της εργασιακής ισχύος υπόκειται στις ταλαντώσεις, που οι αυξομειώσεις στην προσφορά και τη ζήτηση εργατικής ισχύος διαφόρων ειδικοτήτων επιβάλλει, καθώς και δημογραφικές μεταβολές: τη φυσική αύξηση ή μείωση του πληθυσμού, με ρυθμούς που συσχετίζονται με τους ρυθμούς και της οικονομικής ανάπτυξης, τη στάθμης αυτής της οικονομικής και της σχετικής πολιτιστικής ανάπτυξης της συγκεκριμένης κοινωνίας, τη μετανάστευση, και άλλους δευτερεύοντες παράγοντες.

Μπήκα πολλές φορές στον πειρασμό να διαχωρίσω, διαζευκτικά και απόλυτα, τις διαφορές κατηγορίες εργασίας και απασχόλησης, είτε σε παραγωγικές, είτε σε μη παραγωγικές, με τα ίδια κριτήρια και με την ίδια γραμμή που κάποιος θα χρησιμοποιούσε για να διαχωρίζει το παραγωγικό κομμάτι μιας κοινωνίας, την «πραγματική» οικονομία της, που δημιουργεί αξία και υπεραξία (εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες με αντίκρισμα στην αγορά αγαθών, δηλαδή ανταλλάξιμα με άλλα ετερογενή), από έναν μη παραγωγικό τομέα της, που απλά καταναλώνει μέρος του κοινωνικού πλούτου χωρίς να προσθέτει σε αυτόν. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός μπορεί να οδηγήσει σε μια στρεβλή εικόνα της εργασίας, και να απαξιώσει και αποχαρακτηρίσει ειδικότητες που φαινομενικά δεν συνδέονται με το παραγωγικό και οικονομικό γίγνεσθαι. Το ερώτημα περί ποια εργασία, στον πολυδαίδαλο καταμερισμό εργασίας των σύγχρονων κοινωνιών, συνιστά παραγωγική δραστηριότητα θα πρέπει να επανατεθεί με διαφορετικό τρόπο. 

Κατ’ αρχήν, κάθε εργασία και ειδικότητα στον καπιταλισμό, ανεξαρτήτως των δεξιοτήτων, προσόντων και ταλέντων που προϋποθέτει και συμπεριλαμβάνει, εφόσον υπάγεται σε ένα κεφάλαιο οποιασδήποτε μορφής, συμμετέχει στη δημιουργία αξίας, είτε άμεσα, είτε βοηθητικά και έμμεσα, και με διάφορους βαθμούς εμπλοκής και συμμετοχής στο τελικό κοινωνικό προϊόν. Ο διαχωρισμός, λοιπόν, των εργαζόμενων μιας κοινωνίας ως προς το χαρακτήρα της εργασίας τους και του έργου που προσφέρουν θα πρέπει να γίνεται στη βάση της συμμετοχής τους (ανεξαρτήτως της αμεσότητας στην παραγωγή προϊόντων και παροχής υπηρεσιών με αντίτιμο) στη δημιουργία υλικής (προϊόντων), μη απτής και άυλης (υπηρεσιών) και πνευματικής (γνώσης) ανταλλακτικής αξίας ή, ολοκληρωτικά, της μη συμμετοχής σε αυτήν. Στη βάση αυτή, ενώ η πρώτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων που υπάγονται σε κάποια μορφή κεφαλαίου, ιδιωτικού ή μικτού ή δημόσιου χαρακτήρα, που είτε παράγει κάποιο προϊόν και υπηρεσία, είτε προσφέρει στα παραγωγικά κεφάλαια και του εργαζόμενους γι αυτά συμπληρωματικές ή βοηθητικές υπηρεσίες (εκπαίδευση, περίθαλψη, ασφάλεια, τραπεζικές υπηρεσίες, εμπόριο), ενώ στη δεύτερη εντάσσω κατηγορίες εισοδηματιών (από ενοίκια, μερίσματα και κέρδη επιχειρήσεων, κτλ.), υπαλλήλων της κρατικής γραφειοκρατίας, στρατιωτικούς και αστυνομικούς, ανέργους, συνταξιούχους, το κοινωνικό περιθώριο, κτλ. 

Φυσικά, στην πρώτη κατηγορία η αμοιβή του εργαζόμενου ούτε αναλογεί με, ούτε αντιστοιχεί απαραίτητα στη συμμετοχή του στην παραγωγή του κοινωνικού προϊόντος, στην εργασιακή ενέργεια που αναλώνεται και μεταφέρεται-αποτυπώνεται στην αξία αυτού του προϊόντος: μπορεί να είναι δυσανάλογα μικρή ή μεγάλη ως προς αυτήν τη συμμετοχή, η οποία, σε τελική ανάλυση, ακόμα και εντός των πλαισίων μιας επιχείρησης και του προϊόντος που αυτή παράγει, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο να εξατομικευθεί και ποσοτικοποιηθεί. Οι εργαζόμενοι της δεύτερης κατηγορίας ή και καθόλα μη εργαζόμενοι δεν συνεισφέρουν στη δημιουργία αξία και υπεραξίας, απλώς διανέμονται ένα μέρος της υπεραξίας που η παραγωγική εργασία δημιουργεί. 

Αλλά ό,τι και να γραφεί πάνω στο χαρακτήρα κάθε εργασίας, ένα χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής παραμένει εμφανές και ευδιάκριτο: η ανισοκατανομή του κοινωνικού προϊόντας, σε αναντιστοιχία και δυσαναλογία με τη συμμετοχή των πολιτών, διαμέσου της εργασίας τους, στην παραγωγή αυτού του προϊόντος. Πρωταρχική και, ίσως, μοναδική αιτία αυτής της ανισοκατανομής είναι ο προσεταιρισμός της υπεραξίας, του καπιταλιστικού κέρδους, από τους κατόχους ή κύριους μετόχους αυτών των κεφαλαίων. Και είναι αυτή η ανισοκατανομή, που καθρεφτίζεται στη ανισότητες στην κατοχή ιδιοκτησίας, ατομικού πλούτου και εισοδημάτων, ο πρωταρχικός λόγος του αισθήματος κοινωνικής αδικίας που κυριαρχεί στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίας και τις προστριβές και συγκρούσεις στρωμάτων και τάξεων, που αυτή συνεπάγεται.